Αρχείο για την Κατηγορία αναγνώσεις/ ακροάσεις

The birds will all fly from my head

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις με ετικέτες , on 25 Ιουλίου, 2009 by trelos

«Πού βρισκόμαστε εμείς;» ρώτησε ο Σάντοου. «Εγώ είμαι στο δέντρο; Είμαι νεκρός; Βρίσκομαι εδώ; Νόμιζα ότι είχαν τελειώσει όλα. Τι είναι πραγματικό;»
«Ναι», είπε ο Ουίσκι Τζακ.
«Ναι; Τι σόι απάντηση είναι το “Nαι;”»
«Καλή απάντηση. Αληθινή απάντηση επίσης.»
Ο Σάντοου είπε, «Κι εσύ θεός είσαι;»
Ο Ουίσκι Τζακ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Εγώ είμαι πολιτιστικός ήρωας», είπε. «Κάνουμε τις ίδιες μαλακίες που κάνουν κι οι θεοί, απλά τα κάνουμε σκατά πιο συχνά και κανείς δεν μας λατρεύει. Λένε ιστορίες για μας, αλλά λένε εκείνες που μας δίνουν κακή εικόνα μαζί μ’ εκείνες όπου τα βγάλαμε πέρα αρκετά καλά».
«Κατάλαβα», είπε ο Σάντοου. Και καταλάβαινε, πάνω κάτω.
«Κοίτα», είπε ο Ουίσκι Τζακ. «Τούτη εδώ δεν είναι καλή χώρα για θεούς. Ο λαός μου το κατάλαβε αυτό πολύ νωρίς. Υπάρχουν δημιουργά πνεύματα τα οποία ανακάλυψαν τη γη ή την έφτιαξαν ή την έχεσαν, αλλά σκέψου το: ποιος θα λατρέψει το Κογιότ; Έκανε έρωτα με τη Γυναίκα Ακανθόχοιρο και το μόνο που κατάφερε ήταν να μετατρέψει την πούτσα του σε μαξιλαράκι για καρφίτσες. Μάλωνε με τις πέτρες κι οι πέτρες πάντοτε νικούσαν.
»Έτσι, ναι, ο λαός μου κατάλαβε ότι μπορεί να υπάρχει κάτι πίσω απ’ όλα αυτά, ένας δημιουργός, ένα μεγαλύτερο πνεύμα, κι έτσι του λέμε ευχαριστώ, γιατί είναι πάντα καλό να λες ευχαριστώ. Αλλά δεν χτίσαμε ποτέ εκκλησίες. Δεν το χρειαζόμασταν. Η γη ήταν η εκκλησία. Η γη ήταν η θρησκεία. Η γη ήταν γηραιότερη και σοφότερη από τους ανθρώπους που την περπατούσαν. Μας έδινε σολομούς και καλαμπόκι και βούβαλους κι αποδημητικά περιστέρια. Μας έδινε πεπόνια και κολοκύθες και γαλοπούλες. Κι ήμασταν τα παιδιά της γης, όπως κι ο σκαντζόχοιρος και το βρομοκούναβο κι η γαλάζια κίσσα».
Τελείωσε τη δεύτερη μπύρα του κι ένευσε προς το ποτάμι στο κάτω μέρος του καταρράκτη. «Αν ακολουθήσεις αυτό το ποτάμι για λίγο, θα φτάσεις στις λίμνες όπου φυτρώνει το άγριο ρύζι. Την εποχή του άγριου ρυζιού, βγαίνεις με το κανό σου στις λίμνες παρέα μ’ ένα φίλο και τινάζεις το ρύζι μέσα στο κανό και το μαγειρεύεις και το αποθηκεύεις και θα σε κρατήσει για πολύ καιρό. Σε διαφορετικά μέρη υπάρχει διαφορετικό είδος τροφής. Αν πας αρκετά μακριά στο νότο, υπάρχουν πορτοκαλιές, λεμονιές κι εκείνα τα μαλακά πράσινα φρούτα που μοιάζουν με αχλάδια…»
«Τα αβοκάντο».
«Τα αβοκάντο», συμφώνησε ο Ουίσκι Τζακ. «Αυτά είναι. Δεν φυτρώνουν εδώ. Αυτή είναι η χώρα του άγριου ρυζιού. Η χώρα του ελαφιού. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως η Αμερική έτσι είναι. Δεν είναι γόνιμη χώρα για θεούς. Δεν πιάνουν καλά εδώ. Είναι σαν αβοκάντο που προσπαθούν να φυτρώσουν στη χώρα του άγριου ρυζιού».

…Επέστρεψαν στην καλύβα του Ουίσκι Τζακ. Εκείνος άνοιξε την πόρτα. Ο Σάντοου δίστασε. «Μακάρι να μπορούσα να μείνω εδώ μαζί σου», είπε. «Φαίνεται ωραίο μέρος».
«Υπάρχουν πολλά ωραία μέρη», είπε ο Ουίσκι Τζακ. «Αυτό είναι το θέμα, μάλλον. Άκου, οι θεοί πεθαίνουν όταν λησμονηθούν. Κι οι άνθρωποι το ίδιο. Αλλά η γη παραμένει εδώ. Τα όμορφα μέρη και τα άσχημα. Η γη δεν πηγαίνει πουθενά. Ούτε κι εγώ.»

Neil Gaiman, American Gods (Ο Πόλεμος των Θεών, μετ. Νινα Μπούρη, εκδ. οξύ)

tom waits, i’ ll be gone

who watches the watchmen?

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις με ετικέτες on 11 Μαρτίου, 2009 by trelos

wch2Αύριο βγαίνει στις αίθουσες μια από κείνες τις ταινίες που σπάνε τα ταμεία, βασισμένη στο πολύκροτο άλμπουμ των Alan Moore και Dave Gibbons. Εγώ πάλι, μη έχοντας καμιάwch7 εμπιστοσύνη στην ικανότητα του Χόλυγουντ να παράγει κάτι περισσότερο από συνοδευτικά για ποπ-κορν, προτείνω να διαβάσετε το ίδιο το κόμικ.

wch6

wch1

Δεν είναι το “απόλυτο” ή το “καλύτερο κόμικ όλων των εποχών”, όπως το ανακάλυψαν ξαφνικά τα σαϊνια του μάρκετwch41ινγκ (ή όπως πιθανώς σας προϊδεάσει το γεγονός πως έχει συμπεριληφθεί -δεν ξέρω με τι κριτήρια- στον κατάλογο του Τime με τα 100 σημαντικότερα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα). Υπάρχουν στο χώρο των κόμικς αριστουργήματα με τα οποία θα ήταν αδόκιμο όσο και άδικο να συγκριθεί το watchmen, σίγουρα ωστόσο είναι κορυφαίο στο είδος τους.wch8wch5

wch3Η πρόσφατη ελληνική έκδοση, λόγω ποιότητας και συγκυρίας, είναι αρκετά “αλμυρή”. Αν δεν σας ενδιαφέρει τόσο η ζωντάνια των χρωμάτων, το σκληρό εξώφυλλο και η μετάφραση, υπάρχει και η αγγλόφωνη στη μισή τιμή.

οι εικόνες από Alan Moore-Dave Gibbons, Watchmen, DC comics 1986-1987 και Alan Moore-Dave Gibbons, Watchmen, εκδόσεις Αnubis 2008

The Beatles, a day in the life


Ζορμπάς ή Βούδας; Λέοναρντ Κοέν!

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις με ετικέτες , on 8 Ιουλίου, 2008 by trelos

Στο Μανχάταν έπεσε άμμος στο μελανοδοχείο του. Στη Βιέννη εξερράγη το κουτί με τα μπαχαρικά του. Και στην Ελλάδα, στο νη­σί της Ύδρας, ήρθε ο Ορφέας τα χαράματα καβάλα σ’ ένα διά­φανο γάιδαρο και πέρασε νέες χορδές στη φτηνή του κιθάρα. Από εκείνη τη στιγμή άφησε τον εαυτό του πρόθυμα και αδιάντροπα εκτεθειμένο στην αρρώστια της μουσικής. Στη φευγαλέα θρησκευ­τικο-σεξουαλική περιέργεια του σοβαρού αναζητητή προστέθηκε το ανοιχτά παράτολμο πάθος του ρομαντικού τροβαδούρου. Όταν γύρισε στην Αμερική, τα τραγούδια δούλευαν μέσα του σαν μέλισ­σες στη σοφίτα και οι ειδήμονες ένιωθαν ανεξέλεγκτη μια λαχτάρα για το νυχτερινό του μέλι, παρόλο που μερικές φορές τους πλήγωνε την καρδιά.

… Πριν από μια δεκαετία, ένας δάσκαλος που αυτοαποκαλούνταν Σρι Μπαγκουάν Ραζνίς, βρήκε το όνομα «Ζορμπάς ο Βούδας» για να περιγράψει τον ιδα­νικό σύγχρονο άνθρωπο: έναν άνθρωπο στοχαστικό που διατηρεί ένα δεσμό βαθιάς αφοσίωσης με τις κοσμικές ενέργειες, αλλά νιώ­θει επίσης απόλυτη άνεση μέσα στη φυσική σφαίρα. Ένας τέτοιος άνθρωπος ξέρει την αξία του ντάρμα και την αξία του γερμανικού μάρκου, ξέρει πόσα να δώσει φιλοδώρημα σ’ έναν σερβιτόρο σε παρισινό νάιτ-κλαμπ και πόσες φορές να υποκλιθεί σ’ έναν ναό του Κιότο. Ένας άνθρωπος που μπορεί να λειτουργήσει επιχειρηματικά όταν είναι απαραίτητο, αλλά και να αφήσει τον νου του να διεισ­δύσει σ’ ένα κουκουνάρι ή τα πόδια του να χορέψουν με τρελό αυ­θορμητισμό αν παρακινηθεί από το τραγούδι. Αρνούμενος να γυ­ρίσει την πλάτη του στην ομορφιά, αυτός ο Ζορμπάς-Βούδας βρί­σκει στις απολαύσεις των αισθήσεων όχι μια αντίφαση αλλά μια επιβεβαίωση του πνευματικού εαυτού. Δεν ακούγεται πολύ σαν τον Λέοναρντ Κοέν;

Τομ Ρόμπινς, “Λέοναρντ Κοέν”
από τη συλλογή “αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα, μετ. Γ.Μπαρουξής
(εκδ. αίολος)

Leonard Cohen, everybody knows

Επειδή δεν μπόρεσα να τον δω κι ούτε θα μπορέσω (30 Ιουλίου θα είμαι Σέριφο). Για τον Ρόμπινς θα γράψω με άλλη ευκαιρία.

πρώτες βοήθειες σε περίπτωση υστερίας

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις, σα δε ντρέπονται με ετικέτες , , , on 5 Ιουνίου, 2008 by trelos

Μια μέρα, μου έρχεται η πιο όμορφη ίσως γυναίκα του νησιού -αλήθεια, ρε, πόσο φτωχιά και μίζερη είναι η μοναξιά χωρίς γυναίκα, δεν μπορείς να το φανταστείς. Έρχεται, που λες, κάθεται στην πολυθρόνα, είναι καλοκαίρι, φοράει ένα τσιτάκι που κολλάει σα γάντι στο κορμί της, είναι κατάμαυρη απ’ τον ήλιο και μοσκοβολάει θάλασσα και βασιλικό. Ευτυχώς, εγώ φοράω ιατρική μπλούζα. Έτσι όταν, σε κάθε άγγιγμα της γυναίκας, όπως είναι φυσικό, μου σηκώνονται τα πάντα, δεν κινδυνεύω να γίνω ρεζίλι. Όμως ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου, τα πόδια μου κόβονται, η γλώσσα μου είναι ξερή σα μετζεσόλα και τα χέρια μου τρέμουν σα να ‘χω Πάρκινσον. Κάθεται λοιπόν, της λέω; τι συμβαίνει; Μου λέει, γιατρέ, του δόντι μ’, θα πεθάνω. Της λέω, ποιο; Μου δείχνει στ’ αριστερά τής άνω γνάθου. Είχε κάτι μελαχρινά βυζιά, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, με δυο τσιτωμένες ρόγες που σου έβγαζαν γλυκά γλυκά τα μάτια. Ε, μόλις κάνω να σκαλίσω το δόντι με το άγκιστρο, γίνεται τάβλα, ξύλο, σου λέω. Τα μάτια της έχουν γυρίσει ανάποδα και το κορμί της έχει τεντώσει πάνω στην πολυθρόνα. Είμαι μόνος μου στο ιατρείο, ξέρω ότι αυτό είναι υστερία -ναι, μας κάνανε μαθήματα σ’ όλους τους υγειονομικούς- τη σηκώνω και την ξαπλώνω στον καναπέ. Ε, αφού κάνω τα εύκολα, της δίνω μπατσάκια, της τρίβω τους καρπούς των χεριών, κι αυτήδε λέει να συνέρθει, βάζω το χέρι μου κάτω απ’ το φουστάνι της, κάνω στο πλάι την κιλότα κι αρχίζω με τις ρώγες των δαχτύλων μου, αφού τις σάλιωσα πρώτα, να της χαϊδεύω την κλειτορίδα, που στο πρώτο άγγιγμα σηκωθηκε σαν το πουλί του Ερμαφρόδιτου… Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου και τρέμω ολόκληρος. Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν η ιστορία -ξέρεις, ρε, τι είναι να έχεις χρόνια ν’ αγγίξεις γυναίκα, και ξαφνικά η φούχτα σου να καίγεται από ένα ολάνθιστο, τρυφερό μουνί που συσπάται και υγραίνεται στο χάδεμά σου… Ευτυχώς, εκείνη την ώρα ακούω βήματα στην ξύλινη σκάλα, το σπίτι ήταν δίπατο, βλέπω το κεφάλι ενός παλιού συντρόφου Ακροναυπλιώτη να με κοιτάει με φρίκη. Με το που με βλέπει, κατρακυλάει τις σκάλες και φεύγει. Αυτό με συνέφερε, γιατί όπως πάλλονταν η γυναίκα, τραβούσε τα δάχτυλά μου προς τα μέσα, όπου τα τοιχώματα του κόλπου της, βελούδινες μυλόπετρες, τα συνέτριβαν, και γω χάδευα σαν τρελός, ξεχνώντας πια ότι αυτό ήτανε φάρμακο για να συνέρθει από την υστερία της -ούτε άκουγα τα βογκητά της, ούτε είδα τα μάτια της που άνοιξαν και με κοίταγαν με μια τρελή επίκληση… Τράβηξα το χέρι μου, υγρό και σπαραγμένο, πήγα πίσω από το παραβάν στο νεροχύτη, τάχα να πλυθώ, σηκώθηκε, κι αφού έφκιαξε την κιλότα της, κατακόκκινη, μου είπε ένα «με συγχωρείτε» και κατρακύλησε κι αυτή τις σκάλες… Το μεσημέρι με ειδοποίησαν ότι με ζητάει ο στρατοπεδάρχης. Πήγα, ήταν εκεί ο sύντροφος που σου είπα και ο υπεύθυνος του υγειονομικού, ένας τσίφτης που στον πολιτικό του βίο, που λένε, ήταν γκαρσόν. Μου λένε, κάτσε, κάθομαι. Λένε του μπαρμπα-Λευτέρη, λέγε. Κι αυτός, μέσα στη σύγχυσή του, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει ότι ήμουνα καβάλα στη γυναίκα. Μια ζωή μέσα ο κακομοίρης, σάματις ήξερε και πώς σμίγουν οι άνθρωποι; Τι να πεις. Τέλος, ύστερα από τις επιδέξιες ερωτήσεις του υγειονομικού, πείστηκαν όλοι ότι η γυναίκα είχε πάθει υστερία και γω προσπαθούσα να τη συνεφέρω, και μένα μου ‘ρχονταν να κόψω το χέρι μου και να το πάρω αγκαλιά… Τέλος, τους λέω ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί, δηλαδή να κάνω τον οδοντογιατρό και στους ντόπιους, γιατί είναι σίγουρο ότι ή θα πάω στο τρελοκομείο, ή θα πατήσω το «άρθρον δέκα» και θα με απομονώσουν… Πράγματι, κόψαμε τις ιατρικές παρτίδες με τους ντόπιους, παρά τις διαμαρτυρίες τους, μια κι έτσι έπρεπε να πάνε στη Λήμνο ή στον Πειραιά για τα δόντια τους… Έτσι λοιπόν ‘σύχασαν και μένα λίγο τα νευροφυτικά μου…

Χρόνης Μίσσιος, χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; (εκδ. γράμματα)

(Milo Manara… φυσικά)

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Οι καλογέροι

τραγούδι: Σωκράτης Μάλαμας

Μιντόρι και Βατανάμπε

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις, σα δε ντρέπονται με ετικέτες , on 17 Μαΐου, 2008 by trelos

“Χωρίς αστεία, Βατανάμπε”, είπε, “φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρουμε ποτέ τίποτα. Πώς θα χωρέσει αυτό το τεράστιο σκληρό πράγμα μέσα μου;”

“Αστειεύεσαι”, είπα αναστενάζοντας.

“Ναι”, είπε γελώντας.”Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε μια χαρά. Είμαι σίγουρη ότι θα χωρέσει. Σε πειράζει να ρίξω μια ματιά;”

“Καθόλου”.

Η Μιντόρι μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα κι άρχισε να ψαχουλεύει το πουλί μου από όλες τις μεριές, τραβώντας το δέρμα του και ζυγίζοντας τ’ αρχίδια μου στο χέρι της. Τελικά ξανάβγαλε το κεφάλι της και παίρνοντας βαθιά ανάσα είπε: “Μ’ αρέσει πολύ! Δεν θέλω να σε κολακέψω! Αλήθεια μ’ αρέσει!”

“Ευχαριστώ”, απάντησα απλά.

“Δεν θέλεις όμως να το κάνεις μαζί μου, Βατανάμπε. Έτσι δεν είναι; Ώσπου να ξεκαθαρίσεις την ιστορία σου…”

“Θέλω και παραθέλω”, είπα. “Θέλω τόσο πολύ που κοντεύω να τρελαθώ. Όμως δεν θα ήταν σωστό”.

“Είσαι τρομερά ξεροκέφαλος! Αν ήμουν στη θέση σου, θα το έκανα πρώτα και θα το σκεφτόμουν μετά”.

“Αλήθεια;”

“Αστειεύομαι”, είπε η Μιντόρι με σιγανή φωνή. “Ούτε εγώ θα το έκανα αν ήμουν στη θέση σου. Κι αυτό αγαπώ σε σένα, αυτό ακριβώς”.

“Πόσο μ’ αγαπάς;”, τη ρώτησα, αλλά δεν μου απάντησε. Αντί γι αυτό σφίχτηκε πάνω μου, κόλλησε τα χείλη της στο στήθος μου κι άρχισε να χαϊδεύει τη στύση μου. Πόσο διαφορετικά κουνούσε το χέρι της η Ναόκο, σκέφτηκα αμέσως. Και οι δύο κοπέλες ήταν τρυφερές και υπέροχες. Με κάποιον τρόπο όμως τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που είχα την αίσθηση ότι ζούσα μια αλλιώτικη εμπειρία.

“Βατανάμπε, βάζω στοίχημα ότι σκέφτεσαι σίγουρα την άλλη”.

“Κάνεις λάθος”, της έκρυψα την αλήθεια.

“Αλήθεια;”

“Αλήθεια”.

“Γιατί, να ξέρεις, αυτό δεν θα μ’ άρεσε καθόλου”.

“Δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά άλλη”, είπα.

“Θέλεις ν’ αγγίξεις το στήθος μου; Ή να βάλεις το χέρι σου εκεί… κάτω;”, με ρώτησε η Μιντόρι.

“Και βέβαια θέλω. Καλύτερα όμως να μην το κάνω. Αν τα κάνουμε όλα μαζί, δεν θ’ αντέξω”.

Η Μιντόρι έγνεψε καταφατικά, κουνήθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, έβγαλε το εσώρουχό της και το κράτησε μπροστά στο πουλί μου.

“Έτσι μπορείς να χύσεις”, μου είπε.

“Μα θα σου το λερώσω”.

“Κόφ’ το, εντάξει; Θα με κάνεις να κλάψω”, είπε η Μιντόρι μ’ ένα ύφος πραγματικά κλαψιάρικο. “Θα το πλύνω. Μην κρατιέσαι λοιπόν, χύσε όσο θέλεις. Κι αν νοιάζεσαι τόσο για το κυλοτάκι μου, αγόρασέ μου ένα καινούργιο. Εκτός κι αν δεν μπορείς να χύσεις επειδή είναι δικό μου”.

“Μη λες ανοησίες”, της απάντησα.

“Ε, τότε, εμπρός, καν’ το”.

“Όταν τέλειωσα, η Μιντόρι κοίταξε καλά καλά το σπέρμα μου. “Πο πο, τι πολύ που είναι!”

“Σου φαίνεται πολύ;”

“Όχι, όχι. Εντάξει είναι, ανόητε. Μπορείς να χύσεις όσο θέλεις”, είπε με χαμόγελο κι ύστερα με φίλησε.

Το απόγευμα η Μιντόρι βγήκε και ψώνισε στη γειτονιά, ύστερα μαγείρεψε. Φάγαμε τεμπούρα και ρύζι με πράσινα φασολάκια στο τραπέζι της κουζίνας. Ήπιαμε μπύρα.

“Να τρως πολύ για νά ‘χεις μπόλικο σπέρμα”, είπε η Μιντόρι. “Κι εγώ θα είμαι καλή και γλυκιά και θα σε βοηθάω να το ξεφορτώνεσαι”.

“Σ’ ευχαριστώ πολύ”, είπα.

“Ξέρω πολλούς τρόπους να το κάνω. Τους έμαθα από τα γυναικεία περιοδικά που είχαμε στο βιβλιοπολείο. Είχαν κάτι ένθετα, πώς να φροντίζετε τον άντρα σας για να μη σας απατήσει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όταν δεν θα μπορείτε να κάνετε έρωτα μαζί του. Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι. Θέλεις να τους δοκιμάσουμε;”

“Ανυπομονώ”.

Χαρούκι Μουρακάμι, Νορβηγικό δάσος

μετ. Μαρία Αγγελίδου (εκδ. Ωκεανίδα)

The Beatles, norwegian wood

Οι manga φιγούρες, του Χινάκο Τακανάγκα

ποιος από όλους;

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις, χωρίς απάντηση με ετικέτες , , on 16 Μαΐου, 2008 by trelos

Συμβαίνει άραγε και στους άλλους αυτό; Να κοιτάζουν το παρουσιαστικό τους, την εξωτερική μορφή τους, και να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό τους; Αντικρίζουν τάχα το είδωλό τους και θαρρούν πως βλέπουν ένα σκηνικό αδέξιο, μια παραμόρφωση της πραγματικότητας; Να συνειδητοποιούν με τρόμο ότι υπάρχει άβυσσος ανάμεσα στην εικόνα που σχηματίζουν γι αυτούς οι άλλοι και στην ιδέα που έχουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους; Κι ότι η γνώση από μέσα και η γνώση απέξω απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους ώστε είναι αδύνατον να τις θεωρήσει κανείς γνώση του ίδιου προσώπου;

Πασκάλ Μερσιέ, Νυχτερινό τρένο για τη Λισσαβόνα

μετ. Μαρία Αγγελίδου (εκδ. Ψυχογιός)

Και γώ πού γεννήθηκα; Ω, Θεέ μου! Κι αν ακόμα για σας όλους τους πέντε γεννήθηκα σ’ αυτό το σπίτι, πού ‘ναι ένα και πέντε σπίτια μαζί, γεννήθηκε το χρόνο τάδε, το μήνα τάδε, τη μέρα τάδε ένας βλάκας, νομίζετε πως είναι ο ίδιος βλάκας για όλους;

Λουίτζι Πιραντέλλο, Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες

μετ. Αγνή Αγγέλου-Σπηλιώτη (εκδ. Ζαχαρόπουλος)

Ποιος ήταν απ’ όλους; Που υποστήριζε κάποτε ότι αφού η ζωή δεν έχει νόημα, θάνατο δε φοβάται; Που διάλεξε την περιπέτεια και τη φυγή, αγκιστρωμένος στης προσωρινότητας την ασφάλεια; Ο ίδιος αυτός που εμπρός σου στάθηκε μια λέξη ανίκανος να προφέρει δίχως της ποίησης το άλλοθι. Που έφηβος αγνόησε τον έρωτά σου, για να προσπέσει ενήλικος στα πόδια σου. Και να σε ξαναβρεί παιδούλα με των ρόδων το τέχνασμα. Τον θυμάσαι, δίκην Ρωμαίου, στο μπαλκόνι σου να πηδά ή να οργανώνει απαγωγές με τα πλοία της γραμμής, σαρδανάπαλο! Να ονειρεύεται των προβολέων τη λάμψη τη θριαμβική, μα και των φάρων την απόκοσμη. Και ποιος πες απ’ όλους αυτούς πρόδωσε τη φιλία για χάρη σου; Ποιος πληρώθηκε με το ίδιο το νόμισμα; Πληγωμένος ποιος ζήτησε της ζεστής αγκαλιάς την ασφάλεια; Και ποιος -επιτέλους- είναι αρκετά τρελός ν’ αναζητάει εκείνα που ξόρκιζε;

Ποιος απ’ αυτούς με βάζει πλάτη το πρωί και ποιος νικημένος με γυρεύει το σούρουπο;

χειμερινοί κολυμβητές, το πολλαπλό σου είδωλο

ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις με ετικέτες , , , on 22 Μαρτίου, 2008 by trelos

 

Η ποίησις είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ΄άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

Ανδρέας Εμπειρίκος (από τον πλόκαμο της Αλταμίρας)

ekdromi.jpg

MECANO Untitled Mayakovsky

 

I know the power of words,
I know the tocsin of words.
They are not those that make theatre boxes applaud.
Words like that makes coffins break out, make them pace with their four oak legs.
It happens they are thrown out, not printed, not published.
But the word gallops, its saddle girth tightened, it rings through the ages and trains creep nearer to lick….poetry’s toil-hardened hands


Vladimir Vladimiroviç Mayakovsky, ημιτελές-ατιτλοφόρητο, δεν έχω περισσότερα στοιχεία κι ούτε χρειάζονται. Ακούστε το κομμάτι (οι ολλανδοί Mecano στο “δικό μας” Rockwave Festival), δυνατά!!

 


Τα ποιήματα: δρόμος!

Ο ποιητής έχει στα μάτια του το αρχέτυπο και ξέρει πως η φύση δεν οργίζεται, πραγματικά, ούτε με την όποια καταιγίδα. Ο ποιηματογράφος έχει στα μάτια του το εγώ του και παίρνει στα σοβαρά τα δάκρυά του. Φυσικό να φοβάται λοιπόν το βρυχηθμό των ερωτημάτων, την ίδια στιγμή που ο ποιητής ποιμαίνει τα ερωτήματα με την απόκριση που είναι ο ίδιος.
Ο ποιητής ολάκερος μπαίνει στα προβλήματα, ο ποιηματογράφος περνά πλάι απ΄τα προβλήματα. Γι αυτό διατυπώθηκε μια μέρα ο καημός: «Εχετε την ιδέα πως κάνετε ποίηση, όταν το αίμα σας είναι καλά σιγουρεμένο στις φλέβες;..»
Ο ποιητής έχει πάντα μες στην ψυχή του την ευλάβεια, ενώ οι ευλαβείς δεν έχουν πάντα μες στην ψυχή τους την ποίηση.

Νίκος Καρούζος (από τον υπνόσακκο)

Σε ένα σημείο, τα πάντα

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις με ετικέτες , , on 18 Φεβρουαρίου, 2008 by trelos

ena-shmeio.jpg

Με τη βοήθεια των υπολογισμών που πρώτος επιχεί­ρησε ο Έντουιν Π. Χαμπλ, με θέμα την ταχύτητα με την οποία απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο οι γαλαξίες, μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς η στιγ­μή κατά την οποία ολόκληρη η ύλη του σύμπαντος ήταν συγκεντρωμένη σ’ ένα μονάχα σημείο, πριν να αρχίσει να απλώνεται σε όλο το διάστημα.

 

Εννοείται, ήμαστε όλοι εκεί -έκανε ο γέρος Κφβφκ,- πού αλλού, άλλωστε, θα μπορούσαμε να υπάρχουμε; Ότι ήταν δυνατό να υπάρχει διάστημα, ακόμα δεν το ξέραμε. Το ίδιο και όσον αφορά το χρόνο- αλλά και σε τι, άραγε, θα μπορούσε να μας φανεί χρήσιμος ο χρόνος, αφού ζούσαμε όλοι εκεί, παστωμένοι σαν τις αντσούγες;

Είπα «παστωμένοι σαν τις αντσούγες», μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσω μια φιλολογική εικόνα: στην πραγματικό­τητα δεν υπήρχε χώρος ούτε για να παστωθούμε. Κάθε σημείο του καθένα μας συνέπιπτε με το κάθε σημείο των άλλων, σ’ ένα μοναδικό σημείο στο οποίο ζούσαμε όλοι. Έτσι, δε θα ενοχλούσαμε καν ο ένας τον άλλο, αν δεν υπήρχε το πρόβλη­μα των διαφορετικών χαρακτήρων, γιατί όταν δεν υπάρχει χώρος, είναι πραγματικά εκνευριστικό να έχεις μες στα πόδια σου ένα αντιπαθητικό τύπο σαν τον κύριο ΠμπερΤ πμπερν.

Πόσοι ζούσαμε εκεί; Ε, δεν μπόρεσα ποτέ να υπολογίσω, ούτε καν κατά προσέγγιση. Για να μετρηθούμε, θα έπρεπε έστω για λίγο να χωρίσουμε ο ένας από τον άλλο, εμείς όμως καταλαμβάναμε όλοι μαζί εκείνο το συγκεκριμένο σημείο. Αντίθετα απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να πιστέψει, αυτή η κατάσταση δεν ευνοούσε τις κοινωνικότητες. Ξέρω, για παρά­δειγμα, ότι σε κάποιες άλλες εποχές οι γείτονες έκαναν παρέα μεταξύ τους εκεί, όμως, επειδή γείτονες ήμαστε αναγκαστικά όλοι μεταξύ μας, δε λέγαμε ούτε καλημέρα ούτε καλησπέρα ο ένας στον άλλο.

Ο καθένας μας είχε τελικά σχέσεις μονάχα μ’ ένα περιορι­σμένο αριθμό γνωστών του. Αυτούς που εγώ θυμάμαι είναι κυρίως η κυρία Πχ(ι)Νκο, ο φίλος της Ντε ΞουαεαουΞ. μια οικογένεια μεταναστών με το όνομα Ζ’ζου, και ο κύριος ΠμπερΤ πμπερν που ήδη έχω αναφέρει. Υπήρχε και μία καθαρίστρια -«υπεύθυνη συντήρησης» ήταν ο επίσημος τίτ­λος της- η μοναδική βέβαια καθαρίστρια σ’ ολόκληρο το σύμπαν, αφού το περιβάλλον ήταν τόσο περιορισμένο. Για να πούμε την αλήθεια, δεν είχε να κάνει τίποτα όλη τη μέρα, ούτε καν να ξεσκονίσει -μέσα σ’ ένα σημείο δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε ένας κόκκος σκόνης- γι’ αυτό και έβγαζε το άχτι της σε συνεχή κουτσομπολιά και ατέλειωτες γκρίνιες.

Ήδη, με αυτούς που σας είπα, ήμαστε περισσότεροι από το κανονικό. Προσθέστε, τώρα, τα πράγματα που έπρεπε να κρατάμε στοιβαγμένα εκεί: όλο το υλικό που θα χρησιμοποιούσα­με, στη συνέχεια, για να δώσουμε μορφή στο σύμπαν, αποσυ­ναρμολογημένο και συγκεντρωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν κατόρθωνες να ξεχωρίσεις αυτό που αργότερα θα εντασσόταν στον τομέα της αστρονομίας (όπως το νεφέλωμα της Ανδρομέ­δας) από εκείνο που προοριζόταν για τη γεωγραφία (για παρά­δειγμα, η οροσειρά των Βοσγίων) ή τη χημεία (όπως κάποια ι­σότοπα του βηρυλλίου). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, σκοντάφταμε συνεχώς στα σκεύη της οικογένειας Ζ’ζου, στα ράντζα, στα στρώματα, στα πανέρια τους αυτοί οι Ζ’ζου, με τη δικαιολογία ότι ήταν μια πολυμελής οικογένεια, συμπεριφέρον­ταν λες και όλος ο κόσμος ήταν δικός τους: είχαν, μάλιστα, την απαίτηση να κρεμάσουν, από τη μια ως την άλλη άκρη του ση­μείου, σκοινιά για να απλώνουν τα εσώρουχά τους.

Και οι άλλοι όμως ήταν άδικοι με τους Ζ’ζου, ιδιαίτερα όταν τους αποκαλούσαν «οι εμιγκρέδες» θέλοντας να τονίσουν ότι ενώ οι ίδιοι βρίσκονταν εκεί από πάντα, οι Ζ’ζου ήρθαν αργότερα. Ότι αυτή ήταν μια προκατάληψη, χωρίς καμιά λογική, νομίζω είναι σαφές, αφού δεν υπήρχε ούτε πριν ούτε μετά, ούτε κάποιο άλλο μέρος από όπου θα μπορούσε κανείς να μεταναστεύσει. Υπήρχαν, βέβαια, και εκείνοι που ισχυρί­ζονταν ότι η έννοια του «εμιγκρέ» μπορούσε “να νοηθεί στην καθαρή της σημασία, ανεξάρτητα δηλαδή από το χώρο και το χρόνο.

Ήταν -ας το παραδεχτούμε- μια στενόμυαλη και μικροπρε­πής νοοτροπία, αυτή που είχαμε τότε. Έφταιγε το ίδιο το περιβάλλον στο οποίο είχαμε διαμορφωθεί. Αυτή μας η νοο­τροπία, κατά βάθος, δεν έφυγε ποτέ από πάνω μας: συνεχίζει να Φανερώνεται ακόμα και σήμερα αν δύο από εμάς συναντη­θούν κατά τύχη -στη στάση κάποιου λεωφορείου, σ’ ένα σινεμά, σ’ ένα διεθνές συνέδριο οδοντογιατρών- και αρχίσουν να ανασκαλεύουν το παρελθόν. Χαιρετιόμαστε -μερικές φορές πρώτος με αναγνωρίζει ο άλλος, άλλοτε είμαι εγώ αυτός που αναγνωρίζω πρώτος τον άλλο- κι αμέσως αρχίζουμε να ρωτά­με για τον τάδε ή το δείνα (αν και ο καθένας μας θυμάται μονάχα μερικούς από αυτούς που θυμούνται οι άλλοι), κι έτσι, δώσ’ του και αρχίζουμε πάλι τους καβγάδες, τις κακίες, τις συκοφαντίες του παρελθόντος. Αυτά, μέχρι που κάποιος ανα­φέρει το όνομα της κυρίας Πχ(ι)Νκο -όλες οι κουβέντες καταλήγουν πάντα εκεί- και τότε όλες οι μικροπρέπειες εγκα­ταλείπονται στη στιγμή, κι όλοι νιώθουμε μια έξαρση, μια συγκίνηση γεμάτη έκσταση και μεγαλοψυχία. Ναι, η κυρία Πχ(ι)Νκο, η μόνη που κανείς μας ποτέ δεν ξέχασε, η μόνη που όλοι νοσταλγούμε. Τι να έγινε; Πάει καιρός που έπαψα πια να την ψάχνω: την κυρία Πχ(ι)Νκο, το στήθος της, τους γοφούς της, την πορτοκαλιά ρόμπα της, δε θα τα ξανασυναν­τήσουμε ποτέ πια, ούτε σ’ αυτό το γαλαξιακό σύστημα, ούτε και σε κανένα άλλο.

Να ξεκαθαρίσουμε, παρακαλώ, κάτι από την αρχή: η θεωρία ότι το σύμπαν, όταν θα φτάσει στο άκρον άωτο της αραίωσης, θα αρχίσει πάλι να συμπυκνώνεται με αποτέλεσμα να βρεθούμε πάλι όλοι μαζί στο ίδιο σημείο και ν’ αρχίσουμε πάλι από την αρχή, εμένα, δε με έπεισε ποτέ. Κι όμως πολλοί από εμάς δεν ονειρεύονται παρά κάτι τέτοιο και συνεχίζουν να κάνουν σχέδια για το μέλλον, σαν θα βρεθούμε πάλι όλοι εκεί. Τον περασμένο μήνα, μπαίνω σε μια καφετέρια, εδώ στη γωνία, και τι βλέπω; Τον κύριο ΠμπερΤ πμπερν. «Τι μου γίνεστε; Πώς κι από εδώ;» Μαθαίνω πως έχει μια αντιπροσωπεία πλα­στικών υλών, στην Παβία. Ίδιος κι απαράλλακτος όπως κάπο­τε, με το ασημένιο του δόντι και τις λουλουδάτες τιράντες του. «Όταν επιστρέψουμε εκεί», μου λέει χαμηλόφωνα, «αυτό που θα πρέπει να προσέξουμε, είναι κάποιος κόσμος, τούτη τη φορά, να μείνει απ’ έξω… Συνεννοηθήκαμε, νομίζω: εκείνοι οι Ζ’ζου…»

Θα ήθελα να του απαντήσω ότι αυτές τις κουβέντες τις είχα ακούσει από πολλούς που συχνά μάλιστα πρόσθεταν: «Συνεν­νοηθήκαμε, νομίζω: εκείνος ο ΠμπερΤ πμπερν…»

Για να μην τον αφήσω να με παρασύρει σ’ ένα τόσο γλιστερό έδαφος, βιάστηκα να πω: «Και η κυρία Πχ(ι)Νκο; Πιστεύετε πως θα την ξαναβρούμε;»

«Α, ναι… Εκείνη, ναι», έκανε εκείνος κοκκινίζοντας.

Για όλους εμάς, η ελπίδα ότι μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε σ’ εκείνό το σημείο, ταυτίζεται κυρίως με την ελπίδα ότι θα ξαναβρεθούμε μαζί με την κυρία Πχ(ι)Νκο (το ίδιο ισχύει και για μένα, που δεν πιστεύω σε μια τέτοια προοπτική). Έτσι, σ’ εκείνη την καφετέρια, όπως συμβαίνει πάντα, αρχίσαμε να την αναπολούμε συγκινημένοι, και αυτή ακόμα η αντιπάθειά μου για τον κύριο ΠμπερΤ πμπερν ξεθώριασε μπροστά σ’ εκείνη την ανάμνηση.

Το μεγάλο μυστικό της κυρίας Πχ(ι)Νκο ήταν ότι δεν προ­κάλεσε ποτέ αντιζηλίες ανάμεσά μας. Ούτε κουτσομπολιά. Το ότι πήγαινε στο κρεβάτι με το φίλο της, τον κύριο Ντε ΞουαεαουΞ, ήταν γνωστό. Αλλά όταν, σ’ ένα σημείο, υπάρχει ένα κρεβάτι, αυτό καλύπτει ολόκληρο το σημείο, άρα δεν πηγαίνεις στο κρεβάτι αλλά βρίσκεσαι σ’ αυτό, γιατί οποιοσ­δήποτε βρίσκεται στο σημείο, βρίσκεται ταυτόχρονα και στο κρεβάτι. Επομένως, εκείνη, αναπόφευκτα, βρισκόταν στο κρε­βάτι ταυτόχρονα με τον καθένα μας. Αν ήταν μια οποιαδήποτε άλλη, ποιος ξέρει πόσα πράγματα θα λέγονταν πίσω από την πλάτη της. Η πρώτη που άνοιγε το στόμα της για να πει διάφορα ήταν πάντα η καθαρίστρια, αλλά και οι υπόλοιποι δεν ήθελαν πολλά παρακάλια για να τη μιμηθούν. Πόσα τρομερά πράγματα, για παράδειγμα, ήμαστε αναγκασμένοι ν’ ακούμε για τους Ζ’ζου: πατέρας, κόρες, αδελφοί, αδελφές, μάνα, θείες, κανένας τους δε γλίτωνε από τους βρόμικους υπαινιγ­μούς. Μ’ εκείνη, όμως, ήταν διαφορετικά: η ευτυχία που εκείνη μου χάριζε οφειλόταν στο ότι μπορούσα, σαν σημείο που ήμουν, να βρω καταφύγιο μέσα της, και στο ότι εκείνη μπορούσε, σαν σημείο που ήταν, να με προστατεύει. Ήταν μια σχέση αρκετά βιτσιόζικη (και λέω βιτσιόζικη γιατί ταυτόχρο­να συγκλίναμε όλοι, σαν σημείο που ήμαστε. σ’ αυτή) και ταυτόχρονα αγνή (αφού η ίδια, σαν σημείο που ήταν, έμενε αδιαπέραστη). Τι περισσότερο θα μπορούσα να ζητήσω;

Κι όλα αυτά, όπως ίσχυαν για μένα, ίσχυαν και για τον καθένα, ακόμα και για εκείνη την ίδια: μας περιείχε και εμπεριεχόταν με την ίδια χαρά, και μας δεχόταν και μας αγαπούσε και συμβίωνε το ίδιο με όλους μας.

Ήμαστε τόσο καλά όλοι μαζί, μα τόσο καλά, που δεν ήταν δυνατόν παρά να μας συμβεί κάτι το ασυνήθιστο. Ήρκεσε να μας πει κάποια στιγμή: «Παιδιά, αν είχα λίγο χώρο, πόσο θα μου άρεσε να σας ετοιμάσω ένα πιάτο ταλιατέλες!» Εκείνη τη στιγμή, όλοι σκεφτήκαμε το χώρο που θα κάλυπταν τα στρογ­γυλά της μπράτσα καθώς θα κουνούσε μπρος πίσω τον πλάστη πάνω στη σφολιάτα της ζύμης, το στήθος της που θα έπεφτε πάνω στο σωρό το αλεύρι και τα αυγά που θα γέμιζαν την πλασταριά, ενώ τα χέρια της θα ζύμωναν και πάλι θα ζύμωναν, άσπρα και λαδωμένα μέχρι τον αγκώνα της σκεφτήκαμε το χώρο που θα κάλυπτε το αλεύρι και το στάρι για να γίνει το αλεύρι, και τα χωράφια για να καλλιεργηθεί το στάρι, και τα βουνά από τα οποία θα κατηφόριζε το νερό για να ποτίσει τα χωράφια, και τους βοσκότοπους για τα κοπάδια των μοσχα­ριών που θα πρόσφεραν το κρέας τους για τη σάλτσα. το χώρο που θα ήταν αναγκαίος ώστε να μπορέσει ο Ήλιος με τις ακτίνες του να ωριμάσει το στάρι. το χώρο που θα ήταν απαραίτητος ώστε ο Ήλιος, με τη βοήθεια των αστρικών αερίων, να συμπυκνωθεί και να γίνει φλεγόμενη μάζα, την ποσότητα άστρων και γαλαξιών και γαλαξιακών μαζών που απομακρύνονταν στο χώρο, και που θα ήταν αναγκαία για να διατηρηθεί αιωρούμενος ο κάθε γαλαξίας το κάθε νεφέλωμα ο κάθε ήλιος ο κάθε πλανήτης, και ενώ εμείς σκεφτόμασταν το χώρο, αυτός, την ίδια ώρα, έπαιρνε μορφή, και ενώ η κυρία Πχ(ι)Νκο εκστόμιζε εκείνες τις λέξεις: «ναι, ταλιατέλες, παι­διά!» το σημείο που περιείχε εκείνην και εμάς μαζί μεγάλωνε και γινόταν μια δέσμη από αποστάσεις ετών-φωτός και αιώ­νων-φωτός και δισεκατομμυρίων χιλιετηρίδων-φωτός, κι εμείς βρεθήκαμε διασκορπισμένοι στις τέσσερις γωνιές του σύμπαν­τος (ο κύριος ΠμπερΤ πμπερν έφτασε μέχρι την Παβία), κι εκείνη διαλύθηκε δεν ξέρω σε ποιο ακριβώς είδος φωτοθερμι­κής ενέργειας, ναι, η αγαπητή κυρία Πχ(ι)Νκο> εκείνη που καταμεσής του κακομοίρικου κλειστού μας κόσμου φάνηκε ικανή για ένα γενναιόδωρο ξέσπασμα, το πρώτο ξέσπασμα, «Παιδιά, τι ταλιατέλες θα σας έφτιαχνα να φάτε!» ένα πραγμα­τικό ξέσπασμα γενικού έρωτα, που εγκαινίαζε ταυτόχρονα την έννοια του χώρου, και τον ίδιο το χώρο, και το χρόνο, και την παγκόσμια βαρύτητα, και το σύμπαν, κάνοντας δυνατή την ύπαρξη δισεκατομμυρίων δισεκατομμυρίων ήλιων, και πλανητών, και κάμπων γεμάτων στάρι, και κυριών Πχ(ι)Νκο, σκορπισμένων στις ηπείρους των πλανητών, που ζυμώνουν με τα πασαλειμμένα από αλεύρι γενναιόδωρα χέρια τους, ναι, εκείνη που από μια στιγμή και πέρα χάθηκε, κι εμείς που κλαίμε την απουσία της.

(ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ, Τα Κοσμοκωμικά, μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης -εκδ. Αστάρτη)
(Το fractal της εικόνας, όπως ήταν πριν γίνει ..αγνώριστο απ’ την επεξεργασία, το βρήκα σε μια πολύ όμορφη συλλογή εδώ)

Iron & Wine and Calexico – He Lays in the Reins

σκάκι δι αλληλογραφίας

Posted in αναγνώσεις/ ακροάσεις με ετικέτες , , on 24 Δεκεμβρίου, 2007 by trelos

woody_allen_390.jpg

Διαβάζοντας για τον ερχομό του Γούντυ Άλλεν στην Αθήνα, θυμήθηκα το από πολλών εβδομάδων σχέδιό μου να ανεβάσω τη χιουμοριστική του “αλληλογραφία Γκόσσατζ-Βαρντιμπίντιαν”, όχι μόνο διότι έχει άμεση σχέση με τη θεά Κάισσα (δηλ. το ζατρίκιον, τουτέστιν.. το σκάκι), αλλά και για τις γενικότερες σατυρικές αρετές της όσον αφορά την παρωδία της (μη) επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων που παριστάνουν ότι προσπαθούν να συννενοηθούν (πχ στη θέση των παικτών-επιστολογράφων-αντιδίκων φανταστείτε κάποιο από τα δίπολα: Ισραηλινοί-Παλαιστίνιοι, οικονομικοί παράγοντες-κράτος, δεξιά-αριστερή πτέρυγα της βουλής, Αμερική-υπόλοιπο γνωστό σύμπαν). Ένα σχέδιο το οποίο είχα αμελήσει λόγω χρονοβόρων.. χειρωνακτικών απαιτήσεων.

Το πράττω τώρα έστω και εν συντμήσει (για ευνόητους λόγους), ελπίζοντας πως δεν προδίδω έτσι το πνεύμα του συγγραφέα. Η μετάφραση είναι του Σωτήρη Κακίση από τη συλλογή Πάτσι (Getting Even) που κυκλοφορούσε πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια απ’ τις εκδόσεις Οδυσσέας.

ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ Βαρντιμπίντιαν:
Ήμουνα περισσότερο από κάπως θλιμμένος σήμερα, όταν, διαβάζοντας την πρωινή μου αλληλογραφία, ανακάλυψα ότι το γράμμα μου με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου, που περιείχε την εικοστή δεύτερη κίνησή μου (αξιωματικός στο ε4), επεστράφη στον αποστολέα λόγω ενός μικρού λάθους στη διεύθυνση –συγκεκριμένα η παράλειψις του ονόματός σας και της διευθύνσεώς σας (πόσο Φροϋδικός μπορεί κανείς να γίνει; ) επετάθη από την αμέλεια να επισυναφθεί ταχυδρομικόν τέλος. // Έκανα γκάφα. Συγχωρέστε με. Το ότι δεν καταφέρατε να εντοπίσετε το απωλεσθέν γράμμα μαρτυρεί κάποια ολιγωρίαν από την πλευράν σας, την οποίαν καταχωρώ εις τον υπερβάλλοντα ίσως ζήλον σας, αλλά δόξα τω Θεώ τα λάθη ειν’ ανθρώπινα. Έτσι είναι η ζωή –και το σκάκι.
Ε, λοιπόν, αποκαλυφθέντος του λάθους, αρκεί η απλή επανόρθωσις. // Παραθέτω, για να μπορέσετε να τα μελετήσετε, όσα συνέβησαν: Η δριμύτητα των επιθέσεων κι οι θυελλώδεις αλλαγές πιονιών εκεί γύρω στην εικοστή δεύτερη κίνηση σάς άφησαν σε κατάσταση ελαφριάς ψυχοδιαστάσεως και, μες στην αγωνία σας να αμυνθείτε, δεν μπορέσατε να αντιληφθείτε ότι η τακτική μου επιστολή δεν ήταν στα χέρια σας κι επιπλέον προχωρήσατε τα δικά σας κομμάτια δις, χαρίζοντας στον εαυτό σας ένα κάπως αθέμιτο πλεονέκτημα. Ή μήπως διαφωνείτε; Αυτό όμως πέρασε πια κι ό,τι έγινε, έγινε και το να προσπαθήσουμε να ξαναβρούμε τον προηγούμενο δρόμο μας λες και δεν γίνεται τίποτ’ άλλο, θα ‘τανε δύσκολο, αν όχι αδύνατο. Γι αυτό έχω την αίσθηση ότι ο καλύτερος τρόπος να ρυθμιστεί το όλον θέμα είναι να μου επιτραπούν δύο συνεχόμενες κινήσεις τούτη τη φορά. Αυτό είναι το δίκαιον.
Κατά πρώτον, λοιπόν, παίρνω τον αξιωματικό σας με το πιόνι μου. Άρα, αφού έτσι μένει απροστάτευτη η βασίλισσά σας, την αιχμαλωτίζω κι αυτήν. Νομίζω ότι τώρα μπορούμε να προχωρήσουμε εις το τελευταίο στάδιον χωρίς προβλήματα.
Ειλικρινώς υμέτερος,
Γκόσσατζ
Υ.Γ. Εσωκλείω διάγραμμα ακριβές της εικόνας την οποίαν παρουσιάζει η σκακιέρα, για να αντιληφθείτε πώς θα τελειώσει για σας η παρτίδα. Όπως μπορείτε να δείτε, ο βασιλιάς σας είναι παγιδευμένος, απροστάτευτος και μόνος εις το κέντρον. Καλή τύχη.
Γκ.
Γκόσσατζ:
Έλαβα το τελευταίο σας γράμμα σήμερα και, παρ’ όλο που η συνοχή του ήταν, φοβούμαι, ασθενής, νομίζω πως μπορώ να δω πού οφείλεται η σύγχυσίς σας. Από το συναπτόμενο διάγραμμα καθίσταται προφανές ότι κατά τας έξι τελευταίας εβδομάδας παίζουμε δύο τελείως διαφορετικές παρτίδες σκακιού –εγώ από την πλευρά μου σύμφωνα με την αλληλογραφία μας, εσείς κατά πως θα θέλατε σύμφωνα με τις επιθυμίες σας να είναι ο κόσμος, χωρίς να ενδιαφέρεστε για κανένα λογικό σύστημα διαδοχής. Η κίνηση του αλόγου, η οποία φέρεται ότι απωλέσθη εις τα ταχυδρομεία, θα ήτο αδύνατος στην εικοστήν δεύτερη κίνηση, αφού το κομμάτι τότε ευρίσκετο εις το χείλος της τελευταίας σειράς και η κίνησις την οποία περιγράφετε θα το έφερνε να προσγειωθεί στο τραπεζάκι με τους καφέδες, δίπλα στη σκακιέρα.
Όσο για το να σας χορηγήσω το δικαίωμα δύο διαδοχικών κινήσεων για ν’ αναπληρώσετε μια φερόμενη ως απωλεσθείσα στα ταχυδρομεία επιστολή – πλάκα θα μου κάνεις, Μπαμπάκα. Θα σεβαστώ την πρώτη κίνησή σας (μπορείτε να πάρετε τον αξιωματικό μου), αλλά δεν μπορώ να επιτρέψω τη δεύτερη και, μια και τώρα ειν’ η σειρά μου, απαντώ παίρνοντας τη βασίλισσά σας με τον πύργο μου. // Εισηγούμαι να μελετήσετε το διάγραμμα που εσωκλείω και να προβείτε εις ανακατάταξιν της σκακιέρας σας αναλόγως, ώστε να καταφέρουμε να φτάσουμε εις πέρας με κάποια ικανοποιητικήν ακρίβεια.
Ευελπιστών,
Βαρντιμπίντιαν
Βαρντιμπίντιαν:
Μη θέλοντας να επιβαρύνω μιαν ήδη συγκεχυμένη υπόθεση (γνωρίζω ότι η πρόσφατη ασθένειά σας έχει αφήσει τον συνήθως ανθεκτικό οργανισμό σας μάλλον διαλυμένο και αποδιοργανωμένο, προκαλώντας κάποιο ρήγμα ανάμεσά σας και τον κόσμο της πραγματικότητας όπως τον αντιλαμβανόμαστε εμείς), οφείλω να επωφεληθώ αυτής της ευκαιρίας και να ξετυλίξω το άθλιο κουβάρι των στοιχείων που μας βασανίζει πριν εξελιχθεί οριστικά πλέον σε κορύφωμα Καφκικό.
Αν είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν ήσασταν αρκετά τζέντελμαν ώστε να μου επιτρέψετε μια δεύτερη εξισωτική κίνηση, δεν θα επέτρεπα, κατά την τεσσαρακοστή έκτη κίνηση, στο πιόνι μου να αιχμαλωτίσει τον αξιωματικό σας. // Χωρίς να αμφιβάλλω ότι η πρόθεσή σας ήταν εποικοδομητική όταν με απαλλάξατε από τη βασίλισσά μου, διατυπώνω την άποψη ότι μόνο καταστροφή μπορεί να προκύψει όταν σφετερίζεστε αυτή την αυθαίρετη εξουσία, λαμβάνοντας αποφάσεις και αρχίζοντας να παίζετε το δικτάτορα, συγκαλύπτοντας τακτικά σφάλματα –συνήθεια για την οποία επικρίνατε τους ηγέτες του κόσμου μας μερικούς μήνες πριν, στη διατριβή σας με θέμα «Ντε Σαντ και Μη Βία».
Ατυχώς, επειδή το παιχνίδι συνεχίζεται άνευ διακοπής, δεν κατέστη δυνατόν να υπολογίσω σε ποιο ακριβώς τετράγωνο πρέπει να τοποθετήσετε τον υπεξαιρεμένο ίππο και προτείνω να το αφήσουμε στη Θεία Πρόνοια: να κλείσω τα μάτια εγώ και να τον πετάξω πάνω απ’ τη σκακιέρα, με τη συμφωνία να γίνει δεκτή οποιαδήποτε θέση καταλάβει όταν προσγειωθεί. Τοιουτοτρόπως θα προσθέσουμε και μια ιδέα αλατοπίπερο στη μικρή μας σύγκρουση. Η τεσσαρακοστή έβδομη κίνησή μου: ο πύργος μου αιχμαλωτίζει τον ίππο σας.
Ειλικρινώς υμέτερος
Γκόσσατζ
Γκόσσατζ,
Πόσο παράξενο ήταν το τελευταίο σας γράμμα! Με καλές προθέσεις, λιτό, περιέχοντας όλα τα στοιχεία εκείνα τα οποία δίνουνε την εντύπωση ότι συνθέτουν αυτό που θεωρείται από διάφορους εγκυκλοπαιδικούς κύκλους ως σωστή επικοινωνία κι όμως με διάσπαρτη την παρουσία εκείνου το οποίο αρέσκεται να αναφέρει ο Ζαν Πολ Σαρτρ ως μηδέν. // Όπως και να ’χει η υπόθεση, φίλε μου, συνειδητοποιώ μόλις ότι πέρασα το καλύτερο μέρος μιας βδομάδας ξεδιαλύνοντας το μίασμα παλαβών δικαιολογιών, το γνωστό ως αλληλογραφία σας, σε μια προσπάθεια να τακτοποιήσω τα πράγματα ώστε η παρτίδα μας απλώς και μόνο να τελειώσει, μια για πάντα. // Όσον αφορά το άλογο που χάσατε καθαρά αλλά αρνείστε να παραδώσετε, το επανατοποθέτησα στη μόνη δυνατή θέση που θα μπορούσε να μπει, παρέχοντάς σας έτσι το πλέον απίθανο ζεύγος ανορθοδοξοτήτων από τότε που οι Πέρσες συνέλαβαν αυτό το μικρό αντιπερισπασμό, αιώνες πριν. Τώρα βρίσκεται στο τετράγωνο ζ7 και, αν καταφέρετε να συγκεντρώσετε τις εξασθενημένες διανοητικές δυνάμεις σας όσο χρειάζεται για ν’ αντιληφθείτε τι συμβαίνει στη σκακιέρα, θα παρατηρήσετε ότι αυτό ακριβώς το κομμάτι που τόσο προσπαθούσατε, τώρα φράσσει τη μόνη δίοδο φυγής του βασιλιά σας από τον ασφυκτικό κλοιό μου. Πόσο βολικό, η φιλαρπαχτική μηχανορραφία σας να γυρίσει προς όφελος δικό μου. // Αξιωματικός εις δ5. Ρουά ματ. // Αν θέλετε κάποια ρεβάνς, προτείνω να δοκιμάσουμε με Σκραμπλ, ένα σχετικά νέο ενδιαφέρον μου, στο οποίο πιθανότατα δεν πρόκειται να τα βγάλω πέρα τόσο εύκολα.
Βαρντιμπίντιαν
Βαρντιμπίντιαν:
Πύργος εις β8. Ρουά ματ.
Αντί να σας βασανίσω με περαιτέρω λεπτομέρειες του ματ μου, επειδή πιστεύω ότι βασικά είστε ένας καθώς πρέπει άνθρωπος (μια μέρα, κάποιας μορφής θεραπεία θα με δικαιώσει) αποδέχομαι την πρόσκλησή σας για Σκραμπλ μ’ όλη την καλή διάθεση. Πάρτε τα σύνεργά σας. Αφού παίξατε με τα λευκά στο σκάκι και ως εκ τούτου εκαρπώθητε το πλεονέκτημα της πρώτης κινήσεως (αν ήξερα τις δυνατότητές σας, θα σας είχα προσέξει περισσότερο), δικαιούμαι να παίξω τώρα πρώτος. Τα επτά γράμματα που μόλις γύρισα είναι: Λ, Σ, Τ, Κ, Π, Μ και Α –ένας αποθαρρυντικός σωρός που μπορεί να εγγυηθεί, ακόμα και εις τον πλέον δύσπιστον, το αδιάβλητον της επιλογής μου. Ευτυχώς όμως, ένα ευρύτατο λεξιλόγιο, συνδυαζόμενο με μια κλίση προς τον αποκρυφισμόν, μου επέτρεψε να επιφέρω ετυμολογική ευρυθμία εις τα ανωτέρω, τα οποία, στον λιγότερο πεπαιδευμένο, φαίνονται ίσως κουλουβάχατα. Η πρώτη μου λέξη είναι ΜΠΛΑΚΤΣ. Δείτε την στο λεξικό. Τώρα, τοποθετήστε το οριζοντίως, με το Α να βρίσκεται στο μεσαίο τετράγωνο. Μετρήστε προσεκτικά, χωρίς να παραβλέψετε τους βαθμούς που το βρήκα με τη μία και τους πρόσθετους πενήντα βαθμούς γιατί χρησιμοποίησα και τα επτά γράμματα. Οι πόντοι προς το παρόν είναι 116-0.
Σειρά σας.
Γκόσσατζ

allen.jpg

Χρόνια πολλά σε όλους

Dave Brubeck, take five