quiz

Δημοσιεύθηκε σε ασ' τον τρελό στην τρέλα του στις 1 Ιουλίου, 2009 από trelos

 

…για καπνίζοντες

 

Α. η πρώτη σας αντίδραση στα απαγορευτικά μέτρα ήταν

1. ευκαιρία να το κόψω

2. τι λες καλέ! εδώ είναι Ελλάδα!

3. όλα καλά, αλλά και στα κέντρα;

 

Β. το τσιγάρο για σας είναι

1. απόλαυση

2. συνήθεια

3. μαγκιά

…για μη καπνίζοντες

 

Α. η πρώτη σας αντίδραση στα απαγορευτικά μέτρα ήταν

1. ευκαιρία να το κόψεις

2. σιγά μωρέ! εδώ είναι Ελλάδα…

3. γιες!

 

Β. οι απαγορεύσεις για σας είναι

1. μέσο επιβολής

2. αναγκαίο κακό

3. για να καταπατούνται

 

πραγματική εικονικότητα:

αν θέλετε να δείτε αναμένο τσιγάρο, ανάψτε ένα

 

κορίτσια, μη μαδάτε τα φρύδια παρακαλώ

Δημοσιεύθηκε σε η ζωή στη σκακιέρα στις 27 Ιουνίου, 2009 από trelos
του Αντώνη Λωλού*

Τη δεκαετία του ‘80 ήταν η μες και η περμανάντ.
Στα ‘90 βρέθηκαν όλες κοκκινομάλλες.
Το ξημέρωμα της χιλιετίας τις βρήκε (όπως και στα ‘70) ξανθές, με tatoo και body piercing.
Στα ‘10 (με τους φακούς τρίτης γενιάς) έγιναν, επιπλέον, γαλανομάτες.

Με τον ερχομό της δεκαετίας που διανύουμε και την εξέλιξη των p.p. (personal plastics) φάνηκε εξαρχής προς τα πού φυσάει ο άνεμος. Κάθε γυναίκα μπορούσε να έχει πλέον το πρόσωπο που επιθυμούσε και η κατάσταση άρχιζε (για πρώτη φορά) να ξεφεύγει από τον έλεγχο των ιερατείων της μόδας και του styling. Στις οικονομικά ανώτερες τάξεις (αλλά, σιγά-σιγά, και στα πλατύτερα λαϊκά στρώματα) οι γυναίκες μετατράπηκαν η μία μετά την άλλη σε “κλώνους” των ειδώλων της show biz: ηθοποιοί, μοντέλα, δημοφιλείς τραγουδίστριες, μιντιακές περσόνες, ακόμα και αστέρες της πολιτικής ή ιστορικές προσωπικότητες όπως η Κλεοπάτρα, αποτελούν τα συνήθη πρότυπα που κοπιάρουν τα κορίτσια (αν και στο παιχνίδι συμμετέχουν επίσης αρκετά αγόρια) σήμερα. Είναι δε χαρακτηριστική η περίπτωση της ντίβας του Χόλυγουντ, Ανχέλικα Λόπεζ, της οποίας η καριέρα τερματίστηκε άδοξα όταν κατελήφθη από αμόκ ανάμεσα σε ένα πλήθος από σωσίες της.

Καθώς η δεκαετία πλησιάζει στο τέλος της, οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν η κούρσα της ολοένα εντονότερης ομογενοποίησης δεν έχει εξαντλήσει στο σημείο αυτό τα όριά της. Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, οι άντρες εμφανίζονται πραγματικά μπερδεμένοι και δεν είναι λίγοι μεταξύ των ειδικών αυτοί που υποστηρίζουν ότι τα ‘30 θα ευνοήσουν τις κάθε είδους ρετρό αναζητήσεις. Τι μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο άραγε; Επιστροφή στη φυσικότητα; Ή έναν κόσμο γεμάτο αφράτες πουλάδες, έφηβες  με φακίδες και (τα θυμάστε; ) σιδεράκια στα δόντια, ξυπόλητες τσιγγανοπούλες, φτωχές (πλην τίμιες) παρθένες, θεούσες γεροντοκόρες, σιδηρόφραχτες (μες στα ντε-πιες τους) καριερίστες, κακοντυμένες φεμινίστριες, νοικοκυρές με ρομπίτσα και πασούμια, αριστερές φοιτήτριες με μακριές φούστες, αφρο-καρρίμπιανς με κοτσιδάκια, πανκιά και πολύχρωμες ιροκέζες, ξεβράκωτες με επώνυμα στριγκάκια και διανοούμενες με στρογγυλά  γυαλιά; Ή μήπως κλασσικές φιγούρες, ωραίες κοιμωμένες, Κολομπίνες, Ποκαχόντας;

Κι ύστερα, θα πείτε, σαν τι θα ντυνόμαστε στις απόκριες;

*ο Αντώνης Λωλός είναι διδάκτωρ
προσωπικής αρχιτεκτονικής και life-style
στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας

στο μάτι του κυκλώνα #1 [Φώτης]

Δημοσιεύθηκε σε το όνειρο της πεταλούδας στις 19 Ιουνίου, 2009 από trelos

bat-14Γ--ιατί δεν τρως το άλογο;»

Ο Άρης του χάρισε ένα βλέμμα οίκτου. Το ήξερε αυτό το βλέμμα. Το θυμόταν καλά. Έτσι τον κοιτούσε συνήθως ο μακαρίτης όταν ζούσε. Με οίκτο.

Τον χάσανε νωρίς το πατέρα του –ίσα που θα ‘κλεινε τα πενήντα. Θηρίο. Μα θηρίο χειρότερο ήταν η αρρώστια, τον έφαγε σε μια βδομάδα από μέσα, τον διέλυσε. Κάπνιζε, βέβαια, του σκοτωμού.

Από μικρό, το Φώτη τον είχε για άχρηστο. Τον είχε ακούσει κάνα-δυο φορές να ρωτάει τη μάνα του αν ήταν σίγουρα δικό του παιδί. Ραλίστας. Έκανε το αυτοκίνητο φύλλο-φτερό για την πλάκα του. Το τελευταίο, μόνο, δεν πρόλαβε να το χαρεί. Του κουτιού, βαμμένο και φτιαγμένο, του ‘μεινε του Φώτη το καθαρόαιμο, να πληρώνει τις δόσεις και να πηγαινοέρχεται Καλλιθέα-Μπραχάμι μουγκρίζοντας.

«Δεν μ’ αρέσει το κρέας τους», είπε ο Άρης σκύβοντας ξανά στη σκακιέρα. «Κι αυτό ειδικά θα μου πέσει βαρύ.» Έμεινε για λίγο έτσι ακίνητος.
«Φου επί ζήτα επτά, σαχ», είπε στο τέλος και σήκωσε το κεφάλι σα να περίμενε την έγκριση του αντιπάλου του.
«Ενδιαφέρον», είπε ο Οδυσσέας. «Το μέτρησες καλά;»
«Όχι», είπε ο Άρης μετακινώντας τον αξιωματικό του.

Δεν το καταλάβαινε αυτό το παιχνίδι. Σαν παιδί είχε μάθει βέβαια τους κανόνες, αλλά δεν έτυχε να παίξει ποτέ. Για την ακρίβεια, έπαιξε μια φορά με τη Στεφανία και έχασε, κάτω από το αποδοκιμαστικό βλέμμα του πατέρα του. Σε αντίθεση με το Φώτη, η αδερφή του, αν και μικρότερη, ήταν το καμάρι της οικογένειας.

Απέσπασε την προσοχή του απ’ την επιτραπέζια μονομαχία κι απέμεινε να χαζεύει την κίνηση στη μαρίνα. Αρκετά σκάφη είχαν φως κι έβλεπες ανθρώπους να ρεμβάζουν ή να συζητούν χαμηλόφωνα. Κάπου στο βάθος, μια κατάφωτη θαλαμηγός υπενθύμιζε ότι πάντα κάποιοι στέκουν ψηλότερα. Η βραδιά ήταν ειδυλλιακή. Πού είχαν πάει τα κορίτσια;

Η Αλεξάνδρα είχε κάνει θαύματα στη μικρή κουζίνα. Είχαν μαζέψει την τέντα της πρύμνης κι είχαν ανοίξει ένα σπαστό τραπεζάκι για ν’ ακουμπάνε τα ποτήρια τους. Άνοιξαν κι ένα μπουκάλι κρασί που υπήρχε στο ψυγείο. Όλα ήταν σαν… όνειρο.

«Να μου κάνετε τη χάρη να μην ξαναπιάσουμε αυτή τη συζήτηση!»
Ήταν η Αλεξάνδρα που άσκησε το βέτο. Για κάποιο λόγο αυτή η συζήτηση φαινόταν να την ενοχλεί -όχι πως για τις άλλες πετούσε τη σκούφια της.

«Ναι, παιδιά, μην αρχίσουμε πάλι», σιγοντάρισε η Ελίνα. «Ακόμα κι αν με πείσετε ότι αυτή τη στιγμή είμαι ήδη στο κρεββάτι μου και μας ονειρεύομαι, το σώμα μου θα εξακολουθεί να διαμαρτύρεται, οπότε καλύτερα ν’ αφήσουμε τα όνειρα και να σκεφτούμε την πεζή πραγματικότητα.» Και, στρεφόμενη προς τον Άρη: «Υπάρχει μια ερώτηση για τον αγαπημένο μας αμφιτρύονα και κάποιος πρέπει…»
«Αν δεν μας ενοχλεί το στρίμωγμα, βολευόμαστε όλοι», την πρόλαβε εκείνος. «Τα αγοράκια μπροστά, τα κοριτσάκια πίσω κι εγώ στη μέση, εδώ στο σαλόνι. Σε περίπτωση που επιστρέψουν οι γονείς μου, καλό είναι να δουν εμένα πρώτο.»
«Ε, όχι να σε ρίξουμε και στον καναπέ…» έκανε τη δύσκολη η Ελίνα.
Ο Άρης την κοίταξε σκεφτικός σαν να εξέταζε εναλλακτικές λύσεις.
«Ίσως αν με πέρνατε ανάμεσά σας…»
«Είσαι πολύ πούστης», είπε απλά εκείνη.
«Ευχαριστώ. Μην ανησυχείτε, ο καναπές αυτός ενώνεται με τον απέναντι και γίνεται κρεββάτι. Έχει τύχει να κοιμηθούν οκτώ άτομα στο σκάφος.» Και, βλέποντας την απορία τους, συμπλήρωσε: «Τα δύο, νήπια.»
«Α, πες το έτσι! Έμαθε να κοιμάται το γλυκό μου ανάμεσα στους μεγάλους και θέλει στοργή.»

Αυτό το κορίτσι! Όταν άρχιζε το παιχνίδι, δεν ήξερε πού να σταματήσει.

«Δεν εννοούσα εμένα», είπε ξερά ο Άρης. «Όταν η μάνα μου γνώρισε το Μιχάλη, εγώ ήμουν δεκατριών… Κάπως μεγάλος για να κοιμάμαι στο κρεββάτι τους.»
«Εντάξει, δεν είπα τίποτα κακό», αμύνθηκε η Ελίνα. «Νόμιζα ότι κάνουμε πλάκα.»

Εκεί απάνω -ίσως για να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα- πέταξε ο Οδυσσέας το άσχετο:
«Ο Μιχάλης… παίζει σκάκι;»
Τον κοίταξαν απορρημένοι.
«Και ο Μιχάλης», απάντησε ο Άρης. «Λες για το τραπεζάκι…»
Τότε, μόλις, το πρόσεξε ο Φώτης. Το σχέδιο του τραπεζιού ήταν μια σκακιέρα. Δεν είχε γράμματα και αριθμούς ή άλλα διακριτικά -υπήρχαν μόνο τα γνωστά δίχρωμα τετραγωνάκια μέσα σ’ ένα πλαίσιο που κάλυπτε σχεδόν όλη του την επιφάνεια.
«Παίζεις κι εσύ, εννοείς.» Στη φωνή του Οδυσσέα υπήρχε μια αδιόρατη πρόκληση, στην οποία ο Άρης απάντησε μ’ ένα ανασήκωμα του φρυδιού:
«Αν ο μαιτρ θέλει να δοκιμάσει…»

Μέσα σε λίγα λεπτά, το σκηνικό είχε συμπληρωθεί. Τα ποτήρια είχαν φύγει και τη θέση τους είχαν πάρει βασιλείς, βασίλισσες και η συνοδεία τους, προς μεγάλη απογοήτευση της Ελίνας που για πρώτη φορά βρέθηκε στο περιθώριο.
«Μα θα παίζουν οι δύο κι οι άλλοι θα κοιτάνε; Χάθηκε μια μπιρίμπα, ένα ταμπού
Του Φώτη, πάντως, του ήταν το ίδιο. Έτσι κι αλλιώς, αν εξαιρέσουμε το μπιλιάρδο, ποτέ δεν είχε έφεση στα παιχνίδια. Μόνο κάτι προσομοιωτές (αεροπλάνα κι αυτοκίνητα) έκανε κέφι κι αυτούς όταν ήταν μόνος του. Τότε, τον πρώτο καιρό μετά που έφυγε η Έλενα, όταν σάπιζε τη μισή μέρα μπροστά στην οθόνη…

«Την πουτάνα μου μέσα! Έκανα μαζετιά
Εγκαταλείποντας τους ρεμβασμούς του, ο Φώτης επέστρεψε πίσω στο θέατρο των επιχειρήσεων.
Ο Άρης φαινόταν απαρηγόρητος. Η λάμψη του αναπτήρα, καθώς ο Οδυσσέας άναβε τσιγάρο, φώτισε ένα μικρό χαμόγελο ανακούφισης. Θα πρέπει να τον είχε στριμώξει άγρια ο πιτσιρικάς.
«Τι μαζέτας που είμαι, γαμώτο… Τι μαζέτας!»
«Τι θα πει πάλι αυτό;» ρώτησε ο Φώτης.
Ο Άρης τον αγνόησε. Αυτή τη στιγμή φαινόταν διακτινισμένος σ’ ένα δικό του κόσμο.
«Ισοπαλία;» πρότεινε ο Οδυσσέας.
Ο άλλος σηκώθηκε χωρίς να απαντήσει. Έκανε να φύγει, ύστερα γύρισε και έτεινε το χέρι του.
«Πάνω απ’ όλα οι καλοί τρόποι.»
Ο Οδυσσέας του έδωσε το δικό του.
«Τιμή μου», είπε.

«Τι έγινε, Φώτη; Γιατί χαιρετιούνται αυτοί;»
Η Ελίνα έκανε την εμφάνισή της στην προκυμαία μαζί με την Αλεξάνδρα. Ο Φώτης σήκωσε τους ώμους.
«Λένε κάτι δικά τους, ακαταλαβίστικα», είπε, καθώς ο Άρης μάζευε τα κομμάτια απ’ το τραπέζι σ’ ένα σακούλι.
Ύστερα, αφού περίμενε μέχρι να τον δει να εξαφανίζεται στο εσωτερικό, ρώτησε χαμηλόφωνα τον Οδυσσέα:
«Οδυσσέα, τι θα πει μαζέτας
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε μελαγχολικά (ή μήπως έφταιγε η νύστα; ) «Άντε πάμε για ύπνο», είπε, ακολουθώντας τις κοπέλες που στριμώχνονταν στη φάλκα.

«Μαζέτες», τον άκουσε να μουρμουρίζει. «Μαζέτες, είμαστε όλοι μας.»

το πρόβλημα

Δημοσιεύθηκε σε ασ' τον τρελό στην τρέλα του στις 9 Ιουνίου, 2009 από trelos

 

Έχω ένα πρόβλημα.
Μια γυναίκα χαριτωμένη, με την οποία είμαστε δεμένοι από χρόνια. Ε, καλά, θα μου πείτε.

Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή. Τα διαζύγια δίνουν και παίρνουν. Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω πού ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημά μου.

Τώρα το καλοκαίρι τα παράθυρα είναι ανοιχτά. Όλη την ώρα είσαι υποχρεωμένος ν’ ακούς διάφορα. Έχω δυο γειτόνισσες -ο καθένας έχει. Συγκριτικά, η γυναίκα μου είναι ένας άγγελος –αυτή τη σκέψη την έχω κάνει πολλές φορές ως τώρα.

Οι γυναίκες, γενικά μιλάω, έχουν μια τάση προς τη φλυαρία, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Λένε πολύ περισσότερα από αυτά που πραγματικά εννοούν και συχνά γίνονται κακόβουλες. Το ίδιο βέβαια κάνουμε κι εμείς οι άντρες, για κάποιο λόγο όμως περιμένουμε απ’ αυτές να συμπεριφέρονται διαφορετικά. Ίσως επειδή μας κολακεύουν τόσο πολύ. Μας λένε ότι κάνουν τα πάντα για μας, μας λένε κυρίαρχους.

Αυτές οι δυο γειτόνισσες, ειδικά. Δεν υπάρχει άντρας στη γειτονιά που να μην τον θεωρούνε κτήμα τους. Η συμπεριφορά τους είναι τόσο αλαζονική –πόσους δεν έχουν οδηγήσει στην απελπισία! Το χειρότερο, ωστόσο, είναι το στόμα τους –πραγματικός οχετός. Όταν αρχίζουν ν’ αλληλοβρίζονται, να βγάζει η μία τ’ άπλυτα της αλληνής στη φόρα… δεν αντέχονται. Τουλάχιστον από μένα. Είμαι αλλεργικός στα ξεκατινιάσματα.

Αγαπώ τη γυναίκα μου. Ειδικά όταν τη συγκρίνω με τις δύο μέγαιρες, νιώθω να την αγαπώ περισσότερο. Τελευταία όμως συμπεριφέρεται παράξενα, μπορεί να φταίει η κρίση της ηλικίας.

Η γυναίκα μου είναι σαν εμένα. Έτσι πίστευα πάντα και γι’ αυτό την επέλεξα. Αγαπά τους ανθρώπους ανεξάρτητα απ’ το χρώμα τους, πιστεύει στην αξιοπρέπεια, στη δικαιοσύνη, στη συναδέλφωση. Δεν ζητάει μεγαλεία: το χρήμα, η εξουσία, την αφήνουν αδιάφορη –η γυναίκα μου έχει ιδανικά. Τουλάχιστον στα μάτια μου. Τουλάχιστον μέχρι τώρα.

Γιατί, πρέπει να το πω, έχω αυτό το πρόβλημα.
Η γυναίκα μου, τελευταία, θυμίζει όλο και περισσότερο τις δυο γειτόνισσες. Στέκεται ώρες μπροστά στον καθρέφτη, ξεσηκώνει τα κουνήματά τους, αρχίζει να μιλάει όπως αυτές. Προχτές –καλοκαίρι είναι- την άκουσα απ’ το παράθυρο που τσακωνότανε μαζί τους. Ίδια κι απαράλλαχτη. Πραγματική κατίνα.

Φαίνεται πως το κάνει κι αυτή για τους άντρες. Δεν της φτάνω πια εγώ και οι όμοιοί μου, όσοι την αγαπούν γι’ αυτό που είναι, όσοι την θέλουν αγνή και τίμια. Ζηλεύει τις κάργιες, θέλει όσο το δυνατόν περισσότερους στα πόδια της –είναι λέει εξαπατημένοι κι ανώριμοι και χρειάζεται ένα διαφορετικό προφίλ για να τους κερδίσει. Να τους κερδίσει, για ποιο λόγο; Και με ποιο αντίτιμο;

Έχω ένα πρόβλημα, το καταλάβατε, σας το είπα.
Οι καιροί είναι δύσκολοι και τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Αγαπώ τη γυναίκα μου –αν αυτό που περνά είναι υπαρξιακό ή κάποιο μικρόβιο, θέλω να τη βοηθήσω να το ξεπεράσει. Όμως συχνά με κοιτά σαν να έχω εγώ το πρόβλημα, σαν να ήμουνα κι εγώ εξαπατημένος (από τι κι από ποιον; ) κι ανώριμος και χτίζει το προφίλ της για να μου αρέσει.

Πολλές φορές κάθομαι και την κοιτάζω και φαντάζομαι τη γυναίκα που αγάπησα. Έχω μεγάλη φαντασία, δεν ξέρω αν σας το είπα.

Αυτό είναι το άλλο μου πρόβλημα.

πυθία_1

στην εικόνα, η πυθία ερμηνεύουσα το “μήνυμα” της κάλπης

αλεξάνδρεια

Δημοσιεύθηκε σε το όνειρο της πεταλούδας στις 19 Μαΐου, 2009 από trelos

…πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δεν σου πρέπει… (*)

bat10Δοκίμασες ξανά;» ρώτησε ο Φώτης βλέποντας την Ελίνα με το κινητό στο χέρι. Έτρεχε να τους προλάβει, καθώς αυτός κι ο Οδυσσέας κατηφόριζαν ήδη προς το λιμάνι.
«Είναι απενεργοποιημένη. Μάλλον δεν έχει μπαταρία. Ούτε ο Άρης όμως απαντά.»
«Ο Δημήτρης;»
«Εξαφανισμένος. Άφησα σημείωμα στο μπαρ. Ααχ! Θάλασσα!»
Καθώς μιλούσε έριξε το τηλέφωνο μες στην ψάθινη τσάντα της. Περπατούσαν βιαστικά και ήδη έβγαιναν στον παραλιακό δρόμο. Η μυρωδιά τους χτύπησε στα ρουθούνια.

Ακολούθησαν τον Οδυσσέα που έστριψε αριστερά. Πέρασαν το δρόμο και βγήκαν στην προκυμαία. Στάθηκαν κοιτώντας αναποφάσιστοι.
«Σου είπε πού ακριβώς;» ρώτησε ο Οδυσσέας την Ελίνα.
«Όχι, μόνο κάτι για κότερα κατάλαβα.»

Προχώρησαν κατά μήκος της προκυμαίας. Τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη αναστάτωση και επιφυλακή, εκτός ίσως απ’ το πλήθος των σκαφών που στριμώχνονταν στη μαρίνα.
«Εδώ!» ακούστηκε μια φωνή.
Γύρισαν ξαφνιασμένοι. Με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω κι ένα ναυτικό κασκέτο, απ’ το κατάστρωμα ενός μικρού ιστιοφόρου τους χαιρετούσε η Αλεξάνδρα. Ακριβώς από κάτω της, στο πλαϊνό της πρύμνης, θα ‘λεγες πως κάποιος είχε κολλήσει μια λεζάντα με τ’ όνομά της. Έγραφε όμως απλά, Αλεξάνδρεια.

Αφού καταλάγιασε η φασαρία από τις φωνές και τα «δεν το πιστεύω» της Ελίνας, κι ανέβηκαν οι τρεις με τη σειρά τους για να πάρουν θέση  στη χαβούζα του καταστρώματος, ήλθε η ώρα των εξηγήσεων.

«…να τρέχει σαν τρελός και ξαφνικά τον χάνω! Νόμιζα ότι τον κατάπιε η γη. Αφού, άρχισα να σκέφτομαι αυτά που λέγατε για τα όνειρα!» Εδώ, η Αλεξάνδρα έκανε μια παύση κοιτώντας περιπαικτικά τον Οδυσσέα.
«Μη μου πεις!» είπε εκείνος.
«Σου λέω, γιατί έτσι ακριβώς έγινε. Κι εκεί που περπατούσα σα χαμένη… σα χεσμένη, μην πω, από την τρομάρα μου, τον ακούω να μου φωνάζει από δω μέσα. Είναι, ξέρετε…»
«Ναι, ξέρουμε», είπε η Ελίνα. «Η περιβόητη Αλεξάνδρεια.»
Κι άρχισε να στροβιλίζεται μόνη της, τραγουδώντας «λα, λα, λα» στο σκοπό του γνωστού τραγουδιού.

«Και ο Άρης, πού είναι τώρα;» ρώτησε ο Φώτης.
«Δεν σας είπα; Έχει πάει στο λιμεναρχείο να ρωτήσει. Εγώ έμεινα για να σας περιμένω. Και για την περίπτωση που θα επέστρεφαν στο μεταξύ οι γονείς του… Δεν απαντούν στο τηλέφωνο κι ανησυχούσε πολύ. Κάτι με το ψυγείο όμως, που είναι λέει ακόμα κρύο, τον καθησύχασε.»
«Προφανώς, για να είναι εδώ το σκάφος», πήρε το λόγο η Ελίνα, «κάπου εδώ θα είναι κι εκείνοι. Τι άλλο θα μπορούσε να συμβαίνει;»
«Αργά ή γρήγορα θα μάθουμε», είπε ήρεμα ο Οδυσσέας. Φαινόταν κι αυτός ανήσυχος, προφανώς εξαιτίας του πρωινού φαξ.

Ξαφνικά, έπεσε ησυχία. Η Ελίνα είχε καθίσει κι αυτή, φανερά αποκαμωμένη.
«Πεινάω», είπε.
«Έχω πάρει μια σοκολάτα», είπε η Αλεξάνδρα και σηκώθηκε. «Την έχω αφήσει μέσα.»
«Περίμενε, έρχομαι κι εγώ», είπε η Ελίνα και σηκώθηκε πίσω της. «Θέλω να δω πώς είναι.» Χάθηκαν κι οι δυο μέσα στη φάλκα.
Ο Φώτης κοίταξε ερωτηματικά τον Οδυσσέα που χαμογελούσε.
«Γυναίκες…», είπε μόνον αυτός, αλλά ο Φώτης είχε ήδη πιάσει το νόημα.
«Μοιάζουν τόσο απλές», αναστέναξε. «…Και ξαφνικά γίνονται τόσο περίπλοκες!»
Σηκώθηκε, έδεσε τα χέρια πίσω από το φαλακρό του κρανίο και τεντώθηκε. Ύστερα άρχισε να επιθεωρεί το σκάφος.
«Δε φαντάζομαι να ξέρεις κι από τούτα δω;» ρώτησε δείχνοντας γενικά γύρω του.
«Στη θεωρία, αρκετά», είπε ο Οδυσσέας, «αλλά από εμπειρία, ελάχιστα. Έχω να ταξιδέψω, ουσιαστικά, από φοιτητής… Όλο αυτό που πατάς είναι η κουβέρτα κι εκεί που στηρίζεσαι τώρα, τα ρέλια. Δε νομίζω να θέλεις να μάθεις όλη την ορολογία του καραβιού;»
«Για αρχή, καλά είναι», είπε ο Φώτης. «Εγώ είμαι κατά βάση στεριανός. Με το νερό δεν τα πάω πολύ καλά. Ίσα που καταφέρνω να επιπλέω. Κι αυτό, όσο το νερό είναι πράσινο. Όταν αρχίζει και σκουραίνει, κάτι με πιάνει.» Και, ολοκληρώνοντας το γύρο του στην κουβέρτα, ξανακάθισε.
«Κανονικός θαλασσόλυκος, δηλαδή», είπε ο Οδυσσέας χαμογελώντας.
«Μην ακούω για λύκους γιατί πεινάω», ακούστηκε η φωνή της Ελίνας και, σχεδόν ταυτόχρονα, εμφανίστηκε στο άνοιγμα της φάλκας μασουλώντας και γλείφοντας τα δάκτυλά της. «Και τώρα διψάω επίσης. Από πού την πήρες αυτή;»
Η ερώτηση απευθυνόταν, υποτίθεται, στην Αλεξάνδρα, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε.
«Νομίζω ότι το είδα», είπε ο Οδυσσέας. «Ένα μαγαζάκι στην απέναντι πλευρά, στη γωνία. Όχι σ’ αυτήν, στην προηγούμενη ή στην πιο προηγούμενη…»
«Ωραιότατα!» είπε η Ελίνα με προσποιητό ενθουσιασμό. «Θέλει κανείς άλλος τίποτα;»
«Όχι, ευχαριστώ», απάντησε ο Φώτης.
«Αν φέρεις νερό, εγώ είμαι καλυμμένος», είπε ο Οδυσσέας.
«Καλά, θα φέρω ό,τι βρω», είπε η Ελίνα παρακάμπτοντας τη ρόδα του τιμονιού για να βγει στην προβλήτα.

Οι δύο άντρες απόμειναν σιωπηλοί στους πάγκους της χαβούζας. Ο Οδυσσέας σκεπτικός, καπνίζοντας, ο Φώτης στριφογυρίζοντας το βλέμμα δεξιά κι αριστερά, σαν το παιδί που του χαρίσανε καινούργια παιχνίδια.
«Καταπληκτικό, ε;» είπε σε κάποια στιγμή δείχνοντας το σκάφος. «Από πού ξεκινήσαμε και… ποιος ξέρει κιόλας τι έχουμε να δούμε ακόμα!»
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε βιασμένα. Κάτι πήγε να πει αλλά πνίγηκε κι άρχισε να βήχει. Σηκώθηκε βαρύς κοιτάζοντας γύρω και τελικά έσβησε το τσιγάρο του σχολαστικά πάνω στο κάγκελο της πρύμνης. Ύστερα απόμεινε να το κοιτάζει αναποφάσιστος.
«Αυτό ψάχνεις;» ρώτησε η Αλεξάνδρα προβάλλοντας μ’ ένα τασάκι στο χέρι. «Βρήκα κάτω… Έκανα μια μικρή εξερεύνηση, έχει διάφορα τρόφιμα στα ντουλάπια. Όταν έρθει ο Άρης μπορεί να μας μαγειρέψω κάτι…»
«Τι εννοείς; Εδώ θα καθίσουμε; Μήπως να σαλπάρουμε κιόλας;» είπε ο Φώτης.
«Γιατί να μην καθίσουμε; Αν οι γονείς του Άρη –τέλος πάντων, η μάνα του κι ο πατριός του- έχουν σκοπό ν’ αργήσουν… Ή μπορεί να μένουν κάπου αλλού, γιατί να μην…»
«Ας μην προτρέχουμε», είπε ο Οδυσσέας. «Ας έλθει πρώτα ο Άρης με το καλό, να δούμε τι μας γίνεται…»

«Με ζήτησε κανείς;» Το κεφάλι του Άρη είχε εμφανιστεί πίσω από την πρύμνη του διπλανού σκάφους. «Πώς πάει; Όλα καλά;» είπε ανεβαίνοντας στη μικρή ράμπα.
«Γεια σου Άρη», είπε απλά ο Οδυσσέας.
«Πού ‘σαι ρε φίλε; Τους βρήκες τους δικούς σου;» είπε ο Φώτης και τραβήχτηκε για να του κάνει χώρο. Εκείνος ωστόσο εξακολουθούσε να στέκεται μισός μέσα –μισός έξω.
«Το μόνο που έμαθα», είπε ο Άρης, είναι ότι το σκάφος δεν έχει δηλωθεί ακόμα. Υποθέτουν ότι κατέπλευσε σήμερα, μαζί με πολλά άλλα. Λογικό, αν σκεφτούμε ότι χτες το πρωί που μίλησα ήταν ακόμα στους Παξούς. Η Ελίνα;»
«Έρχεται πίσω σου», είπε η Αλεξάνδρα έχοντας εντοπίσει το χαρούμενο βάδισμα της Ελίνας που πλησίαζε. «Είχε πάει για κάποια εφόδια.»
«Πάλι για μένα μιλάτε; Γεια σου Άρη! Τι καλά νέα μας φέρνεις;»
«Το νέο που φέρνω αφορά την Αλεξάνδρα.» Και γυρνώντας σ’ εκείνην: «Το πλοίο σου φεύγει στις οκτώ. Πρωί –πρωί.»
Η Αλεξάνδρα κούνησε το κεφάλι της.
«Ωραία», είπε. «Μήπως να πήγαινα να βγάλω εισιτήριο από απόψε; Αν και… τι σήμερα τι αύριο… Δεν υπάρχει πια απαγορευτικό, έτσι;»
«Πουθενά», είπε ο Άρης. «Φαίνεται πως η κοπελιά απλώς εξαφανίστηκε.»
«Γυναίκα, παιδί μου!» είπε με δραματικό στόμφο η Ελίνα. «Όλο νάζι και καμώματα!»
«Ναι. Και καταστροφή», συμπλήρωσε ο Φώτης, για να εισπράξει την επίπληξη:
«Θα ‘σκαγες άμα δεν το ‘λεγες!»
«Αφήστε τα αυτά τώρα», είπε ο Οδυσσέας. «Τι μας φέρνεις εκεί;»
Η Ελίνα θυμήθηκε τη σακούλα που κρατούσε.
«Νεράκια, μπισκοτάκια, πατατάκια», είπε βγάζοντάς τα ταυτόχρονα πάνω στον πάγκο. «Υγιεινή διατροφή …από αύριο!»
«Πάντως, κάτω έχει κουζίνα», είπε ο Άρης. «Κι απ’ όσο ξέρω τη μάνα μου, τα ντουλάπια θα είναι γεμάτα.»
«Είναι, πράγματι», είπε αμέσως η Αλεξάνδρα. «Και εγώ προσφέρομαι. Τους το είπα!»
«Μήπως δημιουργήσουμε πρόβλημα…», είπε ο Φώτης.
«Τι πρόβλημα, μωρέ Φώτη;» είπε η Ελίνα. «Εγώ είμαι μέσα, όπως πάντα. Δεν έχω ξαναβρεθεί σε σκάφος κι αυτό εδώ είναι γαμάτο! Το πολύ-πολύ, αν έρθουν οι άνθρωποι, την κάνουμε με ελαφρά. Δεν θα τους κάτσουμε και στο σβέρκο!»
«Ωραία», είπε ο Άρης, για πρώτη φορά με μια υποψία χαμόγελου, «χαίρομαι που συμπλέουμε. Ελάτε να σας δείξω τα κατατόπια.»

εσωτερικό Αλεξάνδρειας

Ο ένας πίσω από τον άλλο κατέβηκαν από το άνοιγμα της φάλκας στο σαλόνι. Μιας που, εκτός από τον ίδιο και τον Οδυσσέα, κανείς άλλος δεν είχε ξαναμπεί σε τέτοιο σκάφος, ο Άρης τους έκανε μια γρήγορη ξενάγηση: το σαλόνι, το τραπέζι με τους χάρτες και το GPS, οι δυο καμπίνες, το WC. Ύστερα, στράφηκε στην Αλεξάνδρα.
«Η κουζίνα, όπως βλέπεις, είναι με υγραέριο. Έχεις ξαναχρησιμοποιήσει τέτοια;»
«Στο σπίτι μου», είπε απλά εκείνη.
«Έχεις φυσικό αέριο;» τη ρώτησε η Ελίνα.
«Όχι, υγραέριο. Μπουκάλα. Όπως κι εδώ.»
«Ωραία», είπε ο Άρης. «Άρα ξέρεις τη διαδικασία. Άνοιγμα-κλείσιμο μπουκάλας κλπ Εδώ υπάρχει και μια ενδιάμεση βαλβίδα που στην ανοίγω τώρα. Στο τέλος θα την ξανακλείσουμε. Αν ακούσεις έναν παράξενο ήχο, φώναξέ με.»
«Φυσικά», είπε η Αλεξάνδρα. «Μπορείς να μ’ εμπιστευτείς. Καθίστε εσείς επάνω στη δροσιά να τα λέτε κι εγώ θα ετοιμάσω μια ωραία μακαρονάδα… Απ’ ό,τι βλέπω, έχει όλα τα απαραίτητα, έτοιμες σάλτσες, μέχρι και φακελάκι με τριμμένο τυρί στο ψυγείο. Υπάρχει κανείς που δεν τρώει τα μανιτάρια; …Χαίρομαι!»

Έτσι τώρα, οι τέσσερις απολάμβαναν τη χαλαρή ώρα της δύσης συντροφιά με το φλοίσβο και το άρωμα (ανακατεμένο με τη λιμανίσια βρώμα) της θάλασσας, ενόσω η πέμπτη της παρέας εκτόνωνε τη σωρευμένη ένταση στην κουζίνα και η επεισοδιακή αυτή μέρα φαινόταν να βαίνει προς το τέλος της με τους καλύτερους οιωνούς.

Ή, σχεδόν.

«Δε μου λες, Άρη… εγώ είμαι άσχετος και με τα πετούμενα και με τη θάλασσα, αλλά αυτό το πουλί …δεν είναι γλάρος, έτσι; Οι γλάροι, απ’ όσο ξέρω είναι άσπροι.»
Μες στο μενεξεδί λυκόφως, οι άλλοι τρεις προσπαθούσαν να εστιάσουν εκεί που έδειχνε ο Φώτης συμπληρώνοντας: «Θα έλεγα πως μοιάζει με κοράκι…»

Το εντόπισαν, ψηλά στο άλμπουρο, στο σταυρό.
Ήταν, σαφώς, ένα κοράκι.

τέλος 10ου κεφαλαίου

(*) Ν.Καββαδίας, λύχνος του Αλλαδίνου (από τη συλλογή ΠΟΥΣΙ)

 

η αγάπη, ή μήπως ο έρωτας; (συνέχεια)

Δημοσιεύθηκε σε δύσκολες ερωτήσεις στις 30 Απριλίου, 2009 από trelos


Ξεκίνησα (2 ποστ πιο πριν) μια κουβέντα περί αγάπης, έρωτα και μαγικών κλειδιών, με αφορμή μια σκηνή στο δρόμο, έναν πλατωνικό διάλογο και δύο τραγούδια. Και θα την κλείσω εδώ, με τις ιδέες έτσι όπως γεννήθηκαν, ελάχιστα επεξεργασμένες.

Η κριτική μου εστιάζει, κατά βάση, στην παρακάτω πολύ κοινή και δημοφιλή ιδέα: “ο έρωτας είναι ένα συναρπαστικό συναίσθημα, πολύ σημαντικό για τη διαιώνιση του είδους, όμως κατά τα άλλα είναι ένα πάθος μάλλον ρηχό, βραχύχρονο και εξαιρετικά εγωιστικό. Η αγάπη, αντιθέτως, είναι ένα συναίσθημα πιο βαθύ και στέρεο, πάνω στο οποίο μπορεί με πολύ περισσότερη ασφάλεια να οικοδομηθεί μια σχέση”.
Αν κρατούσα κάτι απ’ το παραπάνω συνοθύλευμα συντηρητικών στερεοτύπων, θα ήταν η λέξη ασφάλεια. Η ασφάλεια είναι ένα πολύ βασικό ζητούμενο από καταβολής κόσμου. Περνά σε δεύτερη μοίρα κατά τη διάρκεια των μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων και επανέρχεται μετά το πέρας τους, όταν το καπάκι τοποθετείται ξανά πάνω στο καζάνι που βράζει.

Δεν θα αδικήσω την Αγάπη. Είναι μια υψηλή αξία και ως τέτοια την τιμώ. Θέλω μόνο να υπερασπιστώ τον Έρωτα, που μέσα στα καλούπια της αστικής ηθικής αισθάνομαι ότι ασφυκτιά. Ωραίος για τα τραγούδια. Και για τους εφήβους. Μετά, ακολουθεί τη μοίρα του ροκ και της αμφισβήτησης: νεανικές τρέλες.

Κατ’ αρχάς, τι κοινό έχουν οι δύο συναισθηματικές καταστάσεις; Εμπεριέχουν επιθυμία. Συνιστούν διαύλους επικοινωνίας μεταξύ δύο προσώπων. Και απαιτούν κάποιου είδους υπέρβαση του Εγώ.
Όταν μίλησα, στο προηγούμενο ποστ, για ανιδιοτέλεια, κυρίως σ’ αυτόν τον τελευταίο παράγοντα αναφερόμουν. Θα μπορούσα να επιχειρηματολογώ ώρες για το πόσο, στην πραγματικότητα, ιδιοτελές συναίσθημα είναι αυτή η αγάπη που καθημερινά ξεφουρνίζουν γονείς, παιδιά, αδέρφια και “κολλητοί/τες”. Έδωσα όμως μια γεύση και φτάνει.

Δεν θα υποστηρίξω, βέβαια, ότι ο Έρωτας δεν είναι κι αυτός ιδιοτελής. Γιατί, φυσικά, όταν μιλάμε για Έρωτα εννοούμε κάτι πολύ περισσότερο από την έλξη και την τρυφερή επικοινωνία των σωμάτων. Αν περιορίζαμε την κουβέντα σε κάποιου είδους διονυσιακή αγάπη, μια αγάπη -εν τέλει- για τη ζωή την ίδια, πέρα από διαμεσολαβήσεις, κτητικότητες και λοιπές συμβάσεις και συναλλαγές, ίσως να καταλήγαμε σε κάτι πραγματικά αγνό, ίσως να καταλήγαμε να συζητάμε για την αγνότητα πριν το …προπατορικό αμάρτημα.
Ωστόσο, όπως όλοι καλά γνωρίζουμε, ο Έρωτας είναι κάτι πολύ διαφορετικό, αλλά και πολύ ενδιαφέρον μες στη διαφορετικότητά του. Ο Έρωτας, η “ιερή μανία” του Πλάτωνα, είναι ψυχαγωγός και ψυχοτρόπος, προϋποθέτει το αντικείμενο του πόθου με τις συγκεκριμένες του ιδιότητες, ένα αντικείμενο-μέσο μεταφοράς, με όλη τη σημασία της λέξης. Είναι, απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, η πλέον υπερβατική κατάσταση που μπορεί να βιώσει ο μέσος άνθρωπος χωρίς τη βοήθεια ουσιών, με την έννοια ότι οδηγεί πέρα από τα όρια, γκρεμίζει τα τείχη, ξεφλουδίζει τα πέπλα και κάνει θρύψαλα τις βιτρίνες πισω απ’ τις οποίες κρύβεται το Εγώ και, αν στο τέλος οφείλουμε να τον κατηγορήσουμε κι αυτόν για ιδιοτέλεια, είναι γιατί όλες του οι λειτουργίες κατατείνουν στην ένωση αυτή χωρίς την οποία αυτοακυρώνεται.

Πόσο αδιάφορη μου φαίνεται ακόμα και η πιο γοητευτική πνευματικά γυναίκα, άκαμπτη μες στα νοητικά φτιασίδια της κι απρόσιτη μέσα στο ψυχικό οχυρό της! Και πόσο συναρπαστική, η ίδια γυναίκα, ερωτευμένη! Όταν με κάνει καθρέφτη της κι έτσι μου δίνει πρόσβαση στο άδυτό της…
Αν δεν το ‘χει -ο μάγος αυτός- το κλειδί, τότε ποιος;

a-young-girl-defending-herself-against-eros-bouguereau

εικόνα: William-Adolphe Bouguereau, A Young Girl Defending Herself Against Eros

εκμυστηρεύσεις (και άλλες)

Δημοσιεύθηκε σε το όνειρο της πεταλούδας στις 28 Απριλίου, 2009 από trelos

baterfly-5cf831υνολικά ήταν τέσσερις. Όμως, μόνον οι δύο φαίνονταν να έχουν αντίληψη ο ένας της παρουσίας του άλλου. Στέκονταν όρθιοι στο χείλος της προκυμαίας, μπροστά σε κατάρτια που λικνίζονταν ελαφρά, κάτω από έναν ουρανό που ολοένα και καθάριζε.
Τι συζητούσαν; Αν ρωτούσες τους άλλους δύο δεν θα μπορούσαν να σου πουν. Κρατούσαν μια διακριτική απόσταση, ο ένας σε ύψος και ο άλλος σε βάθος.

«Μας αφήνεις, λοιπόν», είπε ο Άρης.
Η Αλεξάνδρα είχε το βλέμμα που δεν κοιτάζει ακριβώς τα παπούτσια ή το τσιμέντο της προκυμαίας αλλά κάποιο απροσδιόριστο ανάμεσα.
«Πάνω που αρχίσαμε να γνωριζόμαστε.»

Σήκωσε το κεφάλι της. Μέσα απ’ τα γυαλιά του ήλιου συνάντησε το βλέμμα του Άρη και του το ανταπέδωσε σταθερά.
«Δεν φάνηκες να χαίρεσαι και τόσο για τη γνωριμία», είπε.
«Εγώ;» Ο Άρης φόρεσε το πιο cool χαμόγελο του ρεπερτορίου του. «Έτσι έδειξα;»
Τράβηξε το βλέμμα του, στρέφοντας προς το δάσος των καταρτιών. Όμως όχι αρκετά ψηλά. Δεν μπορούσε να δει το κοράκι.

«Έδειξες», είπε η Αλεξάνδρα, «σα να είχες μετακομίσει νοερά στη Γροιλανδία. Ή κάπου εξίσου παγωμένα
Έβγαλε κάτι απ’ την τσέπη της.
«Θες μια τσίχλα;» είπε προτείνοντας το κουτάκι.
Ο Άρης κούνησε αφηρημένα το κεφάλι. Ύστερα άπλωσε το χέρι του.
«Δυόσμος είναι;» ρώτησε. «Θα πάρω μία, ευχαριστώ.» Κι έστρεψε πάλι το ενδιαφέρον του στα σκάφη μπροστά του.
«Εντάξει, δεν θέλω να σου παραστήσω το μάγκα», είπε στο τέλος. «Στο κάτω-κάτω, δεν μου χρωστάς εξηγήσεις για τίποτα. Ο καθένας αυτό που μπορεί και του χρειάζεται διεκδικεί. Κι ο πατέρας μου, που τον έφτυσα όλ’ αυτά τα χρόνια, ήταν τουλάχιστον ξεκάθαρος και δεν προσπάθησε να εξαπατήσει κανέναν. Κι ούτε θ’ αρχίσω τις ηθικολογίες και τα κλαψουρίσματα, ότι δεν ήτανε -και καλά- σωστό κι ότι δεν είχε το δικαίωμα και μαλακίες…»
«Εγώ, πάντως, αν τα έλεγες αυτά δεν θα σ’ αδικούσα», είπε η Αλεξάνδρα. «Θα σε καταλάβαινα.»
«Καλοσύνη σου», είπε ο Άρης. Έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια να την κοιτάξει αλλά, όπως εκείνη είχε έρθει τώρα απ’ την πλευρά του ήλιου, το δυνατό φως τον υποχρέωσε να ξαναστραφεί προς τη θάλασσα.
«Το αστείο είναι ότι ποτέ δεν θύμωσα πραγματικά μαζί του. Νομίζω πως πάντα περίμενα ότι θα ξαναγυρίσει… Πως είναι μονάχα θέμα χρόνου…»

Το κοράκι άκουγε με απάθεια. Καθόταν ήσυχα-ήσυχα πάνω στα ξάρτια κι αν το ενοχλούσε η ανθρώπινη φλυαρία από κάτω του, δεν το έδειχνε. Σε μια στιγμή μόνο που σήκωσε το ένα του πόδι κι ύστερα το ξανακατέβασε. Τίποτα περισσότερο.

«Κάτι παρόμοιο, ξέρεις, πίστευε κι εκείνος για σένα», είπε η Αλεξάνδρα. «Πως η άρνησή σου είναι πείσμα, ένα είδος ηθικού εκβιασμού, κι ότι στο τέλος θα τον καταλάβαινες… θα το αποδεχόσουν. Φαίνεται όμως πως ήσουνα πιο πεισματάρης απ’ ό,τι περίμενε. Και οι δυο είστε πεισματάρηδες… Συχνά του έλεγα πως εκείνος πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα αλλά δεν τολμούσε… Φοβότανε.»
«Τι φοβότανε;»
«Την απόρριψη… Έτσι, τουλάχιστον, λέω εγώ. Δε βρίσκω άλλη εξήγηση.»
«Μπορεί να έχεις δίκιο», είπε ο Άρης. «Κι εγώ μάλλον από την πλευρά μου, κάποια στιγμή…» Έκοψε τη φράση του στη μέση. «Ξέρεις κάτι; Είναι πολύ περίεργο, αλλά αυτά τα μηνύματα που πήραμε… Μοιάζουν με φάρσα, όμως ήταν… πώς να το πω… το δικό μου μήνυμα ήταν σαν κάτι που περίμενα, κάτι που ευχόμουν… καταλαβαίνεις, μέσα μου… χωρίς να το λέω.»
«Ήταν μήνυμα από κείνον;» ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Έτσι πίστεψα… Σίγουρα κάποιος ήθελε να το πιστέψω. Ακούγεται τελείως τρελό, γιατί, βλέπεις, μιλούσε για κάτι που ξέραμε οι δυο μας, μόνο οι δυο μας…»
«Καταλαβαίνω», είπε σκεφτική η Αλεξάνδρα. «Όλα αυτά μοιάζουν τόσο…»
Έψαξε τη λέξη.
«Απίθανα», είπε στο τέλος.

Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα του, γεμάτο ένταση, σαν κάτι που ζητά διέξοδο.
«Ήταν σαν έκκληση για βοήθεια, είπες νωρίτερα…», ξεκίνησε η Αλεξάνδρα αφήνοντας τη φράση της να αιωρείται.

Σιωπή.

(Το κοράκι δεν έδειξε να ενοχλείται. Ούτε κι ο τέταρτος της παρέας, ο οποίος ήταν έτσι κι αλλιώς εξοικειωμένος μαζί της.)

«Δεν πειράζει», είπε τέλος η Αλεξάνδρα. «Καταλαβαίνω ότι…»
Κάτι στο ύφος του τη σταμάτησε.
«Είναι κάτι που δεν το έχω πει πουθενά», είπε τελικά ο Άρης. «Μπορεί όμως και να το ξέρεις ήδη.»
«Εγώ;» απόρησε η Αλεξάνδρα. «Από πού κι ως… Εννοείς από κείνον;»
«Εννοώ από κείνον… αν και δεν το πιστεύω. Ήταν το μυστικό μας. Ούτε η μάνα μου το έμαθε ποτέ.»
«Κοίτα, αν νομίζεις…»
«Όχι, δεν πειράζει», είπε ο Άρης. «Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει λόγος πια…» Κι ύστερα πιο αποφασιστικά: «Συνέβη όταν ήμουν δέκα χρονών. Στο ψάρεμα. Πηγαίναμε μαζί υποβρύχιο, εκείνος με το ψαροντούφεκο κι εγώ με μια μικρή τρίαινα για χταπόδια. Μια μέρα ψαρεύαμε, κάπου προς το Σούνιο. Ήταν ένα χταπόδι, ποτέ πριν δεν μας είχε τύχει τόσο μεγάλο –και το βρήκα εγώ. Ενθουσιάστηκα. Δεν είπα τίποτα, δε ζήτησα βοήθεια, ήθελα να φανώ σπουδαίος στα μάτια του. Άπειρος όπως ήμουν, πήγα να το πιάσω με το χέρι κι αυτό σφίχτηκε και με κράτησε κάτω. Πανικοβλήθηκα. Ένιωθα να μου τελειώνει ο αέρας, να μ’ εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου… ότι θα λιποθυμούσα. Ύστερα, ξαφνικά, ένιωσα κάποιον να μου τραβά τη μάσκα και να κολλάει κάτι στο στόμα μου, ένιωσα αέρα ξανά. Σε δευτερόλεπτα με απελευθέρωσε. Ανεβαίνοντας είδα ότι κρατούσα την κινητή σημαδούρα, ξεφούσκωτη πια και με τη βαλβίδα κατεστραμμένη.»
Πήρε ανάσα, βαθιά, με το κεφάλι σκυμμένο. Πήγε να συνεχίσει μα η φωνή του σκάλωνε.
«Ήταν απίστευτη η ταχύτητα που αντέδρασε. Έβγαλε και το χταπόδι…»
Απομακρύνθηκε μερικά βήματα κοιτώντας τη θάλασσα. Ξαναγύρισε. Τα μάτια του έλαμπαν όταν είπε:
«Όπως καταλαβαίνεις, για μένα δεν ήταν πια ένας άνθρωπος. Ήταν ένας επίγειος θεός… Δεν είπε ποτέ τίποτα, ρε γαμώτο… Τίποτα… Ούτε στη μάνα μου ούτε πουθενά. Είμαι σίγουρος.»
«Τι έγραφε το μήνυμα;» ρώτησε η Αλεξάνδρα.
«Δεν έχω αέρα.»
«Μόνο αυτό; Χωρίς υπογραφή;»
«Αυτό είναι ακόμα πιο παράξενο. Δεν ήρθε με μέιλ αλλά σαν μήνυμα στο τσατ. Η υπογραφή, τελείως δικτυακή, ήταν εξ-εξ, δύο χι δηλαδή… Πολλές φορές, όταν βγαίναμε κι εκείνος χτυπούσε τα χταπόδια στα βράχια τον έλεγα, γι’ αστείο, Χταποδοχτύπα…»
Η Αλεξάνδρα τον κοιτούσε με δυσπιστία.
«Ξέρω», της είπε, «σου ακούγεται κουλό… κι εμένα έτσι μου φάνηκε. Όμως δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, μόνο εκείνος θα μπορούσε να στείλει κάτι τέτοιο. Κι ήταν γραμμένο ελληνικά. Στην ηλικία μου γράφουν όλοι γκρίκλις.»
«Άρη, κάποιος μας κάνει πλάκα… χοντρή πλάκα!»
«Σώπα!»
«Ακόμα κι αν ήταν του Πάνου αυτό το μήνυμα, τα άλλα δεν μπορεί να είναι δικά του. Δεν είναι υπερβολική σύμπτωση;»
«Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις», είπε ο Άρης. «Όχι τέτοιου είδους τουλάχιστον. Αυτό όμως δεν αποκλείει, το δικό μου μήνυμα να είναι πράγματι από κείνον.»

Η Αλεξάνδρα κοίταξε το ρολόι της.
«Έξι και τέταρτο», είπε κάνοντας μισή στροφή. «Πάμε προς τα πρακτορεία;»
Ο αθέατος της τετράδας αναδεύτηκε.
«Κρυώνεις;» ρώτησε ο Άρης.
«Όχι. Κάτι ένιωσα… Δεν ξέρω.»
«Απ’ την πείνα θα ‘ναι. Και μένα με κόβει.»
«Όχι, δεν είναι αυτό.»
Ξεκίνησαν αργά κατά μήκος της προκυμαίας
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Αλεξάνδρα. «Εννοώ το βράδυ. Δεν το ‘χουμε συζητήσει καθόλου.»
Ο Άρης σήκωσε τους ώμους. Ύστερα κατάλαβε ότι δεν είχε ακούσει την ερώτηση και κοντοστάθηκε.
«Αλεξάνδρα», είπε.
«Τι;» είπε σταματώντας κι εκείνη.
«Τι έλεγε το δικό σου μήνυμα;»
«Είναι πολύ προσωπικό.» Φάνηκε να το σκέφτεται. «Πρέπει να σου εξηγήσω.»
«Εξήγησέ μου.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε έκπληκτη. Η φωνή του ήταν μαλακή και προστατευτική, φωνή μεγάλου αδελφού. Της χαμογέλασε. Ύστερα ξεκίνησε πάλι.
«Ας προχωράμε», είπε.
Η Αλεξάνδρα ξεκίνησε δίπλα του. «Είσαι παράξενο αγόρι», είπε μόνο.

Για λίγο δεν μίλησαν. Εκείνη το δούλευε μέσα της.
Είμαι έγκυος, ετοιμαζόταν να πει.
Ή μήπως το είπε;
Στεκόταν δυο βήματα πίσω της, άφωνος. Την κοιτούσε;
Ήταν έκπληξη αυτή στα μάτια του ή φόβος; Τρέλα, θυμός, απελπισία;
Όρμησε κατά πάνω της και -σα να πέρασε από μέσα της- γύρισε και τον είδε να τρέχει, μα ήταν εκείνος που έτρεχε μπροστά ή η προκυμαία, με όλα της τα πλεούμενα και την Αλεξάνδρα μαζί φεύγανε προς τα πίσω;
Τον έβλεπε να φεύγει σαν κάτι αλλόκοτα μαύρο να τον κυνηγούσε κι ύστερα ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν τον έβλεπε πια, έτσι απλά εκείνος χάθηκε στο φως κι αυτή στεκόταν μόνη της καταμεσής στην άδεια προκυμαία.

«Άρη!» φώναξε.
Της απάντησε ένα κρώξιμο.

τέλος 9ου κεφαλαίου

η αγάπη, ή μήπως ο έρωτας;

Δημοσιεύθηκε σε δύσκολες ερωτήσεις με ετικέτες , , στις 27 Απριλίου, 2009 από trelos

Κανονικά, αυτή τη στιγμή έπρεπε να δακτυλογραφώ το ένατο κεφάλαιο της πεταλούδας. Όμως, κάποιες φορές προκύπτει κάτι πάνω στο οποίο σκοντάφτουμε ξανά και ξανά λες και προσπαθεί να προκαλέσει την προσοχή μας. Ξέρετε τι εννοώ. Σ’ εμένα άρχισε μ’ έναν Πλατωνικό διάλογο. Συνεχίστηκε μ’ ένα στιγμιότυπο στο δρόμο. Και κατέληξε με την ακρόαση ενός τραγουδιού. Λέω λοιπόν ν’ αναμετρηθώ μαζί του – τώρα- οι περιπέτειες του Οδυσσέα και της παρέας του ας περιμένουν μερικές ώρες.

Το θέμα Αγάπη-Έρωτας είναι τεράστιο κι απ’ όπου να το πιάσεις καίει. Δεν ξέρω καν αν έχω το κουράγιο να ολοκληρώσω έστω τις λίγες αυτές σκέψεις -να τις τινάξω σαν βότσαλα στην επιφάνεια του νερού- που τριγυρνούν στο μυαλό μου. Και, πρώτα-πρώτα, μακριά από ορισμούς (και αφορισμούς). Όπως το καταλαβαίνει κανείς, είναι καλύτερα. Δυο ερωτήσεις μόνο: η αγάπη (όπως ψυχανεμίζεται ο Νίκος Πορτοκάλογλου) ή ο έρωτας κρατά το μαγικό κλειδί; και ποιος από τους δύο είναι ο πιο ανιδιοτελής;

Ας αρχίσω με το τραγούδι. Μου το έφερε η αδερφή μου πριν από κάνα-δυο ώρες: “θέλεις ν’ ακούσεις το τελευταίο σι-ντι του Τσακνή;” Δεν είμαι φαν του, μου είναι ωστόσο συμπαθής και επιπλέον δεν ήθελα να την πληγώσω. Το μάτι μου έπεσε αμέσως στον “κύριο” Φρανσουά Βιγιόν, με τον οποίο έχουμε ήδη αναπτύξει μια σχέση, οπότε πήγα απευθείας σ’ αυτόν. Δεν ξέρω την ιστορία του ποιήματος, φαίνεται ωστόσο πως αντικείμενο εδώ είναι ο Ερωτευμένος, τη σχέση του οποίου με τη σύνεση ο ποιητής αντιμετωπίζει με μια, θαρώ, συμπονετική ειρωνία.

Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο Φαίδρο του Πλάτωνα, ένα διάλογο που είχα διαβασμένο πριν από χρόνια και σχεδόν ξεχασμένο. Την περασμένη εβδομάδα που κάτι έψαχνα, ξεφυλλίζοντάς τον επιπόλαια σταμάτησα στο σημείο που παρουσιάζει τον έρωτα ως ένα είδος ιερής μανίας (θεϊκής τρέλλας, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του σήμερα, σχεδόν του συρμού) μια από τις μανίες εκείνες που τείνουν να φέρουν την ψυχή σε επαφή με το Κάλλος και την πρωταρχική ουσία των πραγμάτων.

Δεν έχω σκοπό να ξεκινήσω εδώ συζήτηση για τις απόψεις και τις παραβολές του μεγάλου φιλοσόφου. Υπάρχουν επ’ αυτού πολύ αξιότεροι από μένα. Θα πω μόνον ότι διαβάζοντας αυτά, η προσέγγισή μου ήταν αρκετά διαφορετική σε σχέση με την πρώτη φορά και η ιδέα της ιερής μανίας αρκετά πιο οικεία. Όλες αυτές τις μέρες, λοιπόν, στριφογυρνούσε στο μυαλό μου, μέχρι σήμερα το πρωί που έτυχε να παρακολουθήσω αυτό το στιγμιότυπο στο δρόμο.

Ήταν μια οικογένεια τσιγγάνων. Με το κλασσικό φορτηγάκι -το ντάτσουν, που λέγαμε κάποτε- γεμάτο παλιά αντικείμενα. Καθώς το αυτοκίνητο είχε σταματήσει για τις καθιερωμένες διαπραγματεύσεις, τα πιτσιρίκια ( τριών-τεσσάρων; ) βρήκαν την ευκαιρία να ξαμοληθούνε στην άσφαλτο, ξυπόλητα φυσικά. Περνώντας, αντιλήφθηκα την καλή γυναίκα (την πελάτισσα) που, σαν και τη δική μου μάνα κάποτε, τους φώναζε να φορέσουν παπούτσια για να μην πατήσουν κανένα γυαλί.

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να διασκεδάσω με την αφέλεια της γυναίκας -η αμέσως επόμενη να αναζητήσω τα κίνητρά της. Αγνή, ανιδιοτελής αγάπη; ( Θα μπορούσε; ) Πίσω από την αντίστοιχη αγωνία της μάνας μου θα μπορούσα εύκολα να βρω το σκουλήκι της ιδιοτέλειας: αν κοπώ, εκείνη θα τρέχει… Κι όμως, η μάνα μου, όπως ακριβώς η γυναικούλα αυτή, το ίδιο θα φώναζε σ’ οποιοδήποτε παιδί. Εκεί, στο σημείο όπου το άμεσο προσωπικό συμφέρον εξαφανίζεται, εκεί θα μπορούσε να στηριχτεί ένα επιχείρημα περί μη ιδιοτέλειας και περί πραγματικής αγάπης …ή μήπως όχι;

Ας προσπαθήσουμε να δούμε την προστατευτικότητά της σαν ένστικτο (μητρική αγάπη κλπ κλπ) που όπως όλα τα ένστικτα λειτουργεί αυτόνομα: η μάνα προβάλλει το δικό της (υπαρκτό ή μη) παιδί στο κάθε παιδί. Αν το κάνουμε αυτό, έχουμε πρόβλημα. Πρόβλημα με την υποτιθέμενη ανιδιοτέλεια. Τα ένστικτα είναι ιδιοτελή από τη φύση τους. Ακόμα και η περίφημη θυσία της μάνας: αν γίνεται από επιλογή, είναι μεγαλειώδης -αν γίνεται από ένστικτο, είναι φυσικός μηχανισμός.

Ας το πιάσουμε λίγο διαφορετικά. Αν υποθέσουμε ότι δεν μιλάμε για προστατευτικότητα -τότε τι άλλο θα μπορούσε να ωθεί μια γυναίκα να “κυνηγά” ένα άγνωστο τσιγγανόπουλο να φορέσει παπούτσια; Μήπως αυτό καθεαυτό το …παπούτσωμα; Η κοινωνική (αλλά και φυσική) ανάγκη της εξομοίωσης; Τότε, η γυναίκα με τη στοργή της βρίσκεται στον αντίποδα εκείνου ο οποίος θ’ αντιμετώπιζε το παιδί με κοροϊδία ή και σιχασιά, έχει όμως παρόμοια κίνητρα: την άρνηση, τη μη αποδοχή της διαφορετικότητάς του. Αφού το δικό της παιδί φορά παπούτσια, όλα τα παιδιά οφείλουν να φορούν.

Μα τότε, θα παρατηρήσει κάποιος, δεν έχει καμιά σχέση με αγάπη, οπότε κακώς το συζητάμε. Κι όμως, εδώ ακριβώς βρίσκεται η δική μου η αμφιβολία. Για σκεφτείτε… Πόσες φορές δεν έτυχε να φερθείτε διαφορετικά απ’ ό,τι ενδεχομένως θα θέλατε, για χάρη ενός ανθρώπου που σας αγαπά; Και πόσες φορές ενδεχομένως είπατε η αγάπη μου θα τον αλλάξει; Καταλαβαίνετε τώρα που το πάω, ο ύπουλος. Κι είστε ίσως έτοιμοι να επαναστατήσετε: ακριβώς επειδή η πραγματική αγάπη είναι ανιδιοτελής, θα όφειλα πράγματι να φέρομαι διαφορετικά απ’ ό,τι θα ήθελα. Και όταν συμβαίνει να κάνω παραχωρήσεις ή ακόμα και να αλλοτριώνομαι ολοκληρωτικά, δεν με εξαναγκάζει η δική του αγάπη για μένα, αλλά η δική μου γι αυτόν.

Δεν θα πω τίποτα επ’ αυτού, επιτρέψτε μου ωστόσο να αμφιβάλλω. Ίσως επειδή έχω δει πάρα πολλές φορές την καλοσυνάτη αυτή αγάπη να χρησιμεύει ως Δούρειος Ίππος ή ίσως επειδή γενικώς είμαι επιφυλακτικός με την ανιδιοτέλεια. Όμως τι γίνεται με τον Έρωτα; Δεν υποτίθεται ότι θα είχαμε μια ωραία, τίμια αντιπαράθεση; Φυσικά, μόνο που το τράβηξα λίγο απόψε και τα μάτια μου κλείνουν. Θα επανέλθω τάχιστα.

Ν.Πορτοκάλογλου, η αγάπη ίσως ξέρει (μαζί: Χ.Αλεξίου, Α.Μάνου)

Ν.Ζουδιαρης- F.Villion, ο κύριος Francois Villion (Δ.Τσακνής)

εκμυστηρεύσεις

Δημοσιεύθηκε σε το όνειρο της πεταλούδας στις 6 Απριλίου, 2009 από trelos

…θα τον πάω φορές χιλιάδες από χιλιάδες δρόμους (*)

batterfly-19cebbοιπόν, τι κάνουμε;»

Η Ελίνα ξανάπεσε βαριά πάνω στην καρέκλα. Η φωνή της, που είχε την ξέπνοη μουσικότητα του φλάουτου, διατηρούσε κάτι απ’ την παιδιάστικη ορμή του κλαρινέτου. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη ομήγυρη, φαινόταν γεμάτη ενέργεια –το είδος της ενέργειας που δεν έχει να κάνει με φρεσκάδα αλλά με υπερδιέγερση.

«Τι μπορούμε να κάνουμε;» ρώτησε ο Φώτης.
«Δεν ξέρω… Ο καιρός φαίνεται ν’ ανοίγει. Ίσως πέρασε ο κίνδυνος…, ίσως…»
«Θα πρέπει να μάθουμε με βεβαιότητα», τη διέκοψε ο Οδυσσέας στρεφόμενος στην τηλεόραση. «Ενδεχομένως από κάποιο τοπικό κανάλι ή…»
Το μάτι του έπεσε στο λάπτοπ με τις μουσικές λίστες στη γωνία του μπαρ. «Λογικά, θα υπάρχει σύνδεση», είπε κινούμενος διστακτικά προς το άνοιγμα της μπάρας. «Και μιας που η αρμόδια απουσιάζει…»
«Έχω σήμα!» ακούστηκε ξαφνικά –ζωηρή μετά από πολλή ώρα- η φωνή της Αλεξάνδρας.

Όλοι στράφηκαν προς το μέρος της. Εκείνη απομακρύνθηκε παίζοντας με τα πλήκτρα του τηλεφώνου της και μουρμουρίζοντας κάτι για τη μπαταρία.
Η Ελίνα κι ο Άρης έσπευσαν στα κινητά τους, ο δε Φώτης, θυμούμενος το δικό του μέσα στο ακινητοποιημένο σέατ τριακόσια τόσα χιλιόμετρα μακριά, ακολούθησε τον Οδυσσέα πίσω από τον πάγκο.
«Ξέρεις να το χειρίζεσαι αυτό το πράγμα;» είπε δείχνοντας τον υπολογιστή.
«Τα βασικά», απάντησε άκεφα ο Οδυσσέας προσπαθώντας να ξεμπερδέψει το ποντίκι.
Επικράτησε μια γενικευμένη έξαψη. Η Αλεξάνδρα σε μια γωνιά να μιλά στο τηλέφωνο καπνίζοντας. Ο Άρης να προσπαθεί να καλέσει ξανά και ξανά κι ύστερα απογοητευμένος να πληκτρολογεί κάποιο μήνυμα. Η Ελίνα να βηματίζει πάνω κάτω γρυλίζοντας: «άντε μωρή, σήκωσέ το!» Ένας μακρυμάλλης με φαλακρίτσα και σκουλαρίκι μπήκε σε μια στιγμή, κάτι ρώτησε για κάποιον Τάσο, δεν είδε από πουθενά ανταπόκριση και ξανάφυγε. Τα πράγματα αποκτούσαν ήχο και οσμή, η ζωή γυρνούσε σελίδα στην παρτιτούρα της.

«Δεν το σηκώνει», είπε με παράπονο η Ελίνα και με τρόπο που προδίκαζε το ενδιαφέρον τουλάχιστον ενός εκ των υπολοίπων.
Οι υπόλοιποι, ωστόσο, φαίνονταν ξεκομμένοι, καθένας στον δικό του κόσμο. Μόνον ο Φώτης με τον Οδυσσέα είχαν μια στοιχειώδη επικοινωνία, καθώς επιβεβαίωναν στο Ίντερνετ το προφανές: ότι για λόγους –αντιθέτως- καθόλου προφανείς, ο κίνδυνος είχε απομακρυνθεί.

«Τι κάνουμε λοιπόν; Επιστρέφουμε;»
Για μια ακόμα φορά ο Φώτης ανέθετε την πρωτοβουλία στον Οδυσσέα. Και για μια ακόμα ματαιωνόταν, τούτη τη φορά χωρίς αινιγματικά χαμόγελα και αστειάκια, καθώς ο άλλος παρέμεινε βυθισμένος σε σκέψεις.
Πιο αποφασιστική απ’ όλους φάνηκε ξαφνικά η Αλεξάνδρα δηλώνοντας ότι θα πήγαινε μέχρι το λιμάνι να δει τα δρομολόγια των πλοίων.
«Έχω μια φίλη στην Κεφαλονιά», συμπλήρωσε. «Αφού φτάσαμε ως εδώ, λέω να πάω να την επισκεφθώ.»
«Τυχερή», είπε η Ελίνα. Η δικιά μου η φιλενάδα έχει ένα εξοχικό στη Νέα Μάκρη κι ούτε που απαντάει. «Έχει και το μωρό…»
«Να έρθω μαζί σου;» ρώτησε ο Άρης την Αλεξάνδρα. «Αν μείνω λίγο ακόμα εδώ μέσα θ’ αρρωστήσω.»
«Φυσικά, κανένα πρόβλημα. Θα ‘χω και παρέα», απάντησε η Αλεξάνδρα. Και στρεφόμενη προς την Ελίνα: «Θα μου δώσεις το τηλέφωνό σου;»
«Και βέβαια!» απάντησε η άλλη πρόσχαρα. «Άρη, μπορείς να το σημειώσεις κι εσύ αν θέλεις.»

Μετά την ανταλλαγή των τηλεφώνων και την αποχώρηση των δύο, η Ελίνα ανέλαβε πρωτοβουλία.
«Τι λέτε, πάμε να καθίσουμε έξω;» παρακίνησε το Φώτη και τον Οδυσσέα. «Θα μουχλιάσουμε εδώ μέσα. Εγώ αναλαμβάνω τα εφόδια.»
Με τα τελευταία αυτά λόγια, πέρασε με άνεση πίσω απ’ τον πάγκο του μπαρ αναζητώντας το στιγμιαίο καφέ.
«Φραπέ για όλους;» ρώτησε.
«Για μένα σκέτο», είπε ο Οδυσσέας.
«Εγώ μόνο ένα ποτήρι νερό», είπε ο Φώτης. Κι ύστερα μετανιώνοντας: «Όχι, περίμενε, θα βάλω μια κανάτα να σε βοηθήσω». Και πέρασε με τη σειρά του πίσω από τη μπάρα.

Πέντε λεπτά αργότερα, κάθονταν οι τρεις τους σ’ ένα τραπέζι κάτω απ’ την τέντα.
Η κίνηση στο δρόμο είχε βρει τους συνηθισμένους ρυθμούς της: νεαρά ζευγάρια και μανάδες με καροτσάκια, συνταξιούχοι που περιδιάβαιναν φιλοσοφώντας, νεαροπαρέες που φλυαρούσαν και αλληλοπειράζονταν, ο καρπουζάς που διαλαλούσε την πραμάτεια του… Τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη ερήμωση.
«Σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή», σχολίασε η Ελίνα.
Είχε ανεβάσει τα πόδια σε μια καρέκλα κι είχε τραβήξει τα μαλλιά της μπροστά στο πρόσωπο, παρατηρώντας μέσα από αυτά τον κόσμο που περνούσε μπροστά της.
«Πάντως, πολύ παράξενη ήταν αυτή η εξέλιξη», συμπλήρωσε.
«Πολύ παράξενη πράγματι», συμφώνησε ο Οδυσσέας. «Φαίνεται πως ο τυφώνας εκτονώθηκε απρόσμενα λίγο πριν φτάσει εδώ.»
«Θα γεμίσουν τα κανάλια ειδικούς και δήθεν που θα λένε το μακρύ και το κοντό τους», είπε ο Φώτης κάνοντας μια κίνηση με το χέρι του.
«Σ’ ενοχλεί ο καπνός μου, συγγνώμη», είπε η Ελίνα και μάζεψε το τσιγάρο που είχε αφήσει στο τασάκι. Τράβηξε μια ρουφηξιά και το ‘σβησε. Ύστερα στράφηκε ξανά στο Φώτη: «Δεν κάπνιζες ποτέ;»
«Κάπνιζα αλλά το ‘κοψα, είναι λίγοι μήνες», απάντησε εκείνος.
«Μπράβο σου που τα κατάφερες –φαντάζομαι δεν θα ήταν εύκολο», είπε η Ελίνα.
«Με τον τρόπο που έγινε, τελικά, ήταν. Εννοώ.. ήταν εύκολο, πολύ εύκολο, μόνο που θα προτιμούσα να μη γινόταν έτσι…»
«Ωχ, κάποια πληγή έξυσα πάλι… Μπράβο Ελίνα», είπε συγχαίροντας τώρα τον εαυτό της. «Καλά λένε πως όσο πιο πολύ μιλάς, τόσο περισσότερες γκάφες κάνεις.»
«Δεν πειράζει», είπε ευγενικά ο Φώτης. «Δεν φταις εσύ. Πού να ξέρεις ότι ο άλλος κόβει το τσιγάρο για να μην του θυμίζει…» Άφησε τη φράση μετέωρη.
Έμειναν για λίγο αμίλητοι. Ο αέρας αντηχούσε τζιτζίκια, μοτοσικλέτες και κόρνες αυτοκινήτων. Στο τέλος, ήταν η Ελίνα που έσπασε τη σιωπή.

«Λοιπόν, αρχηγέ…» Στράφηκε στον Οδυσσέα. «Περιμένουμε μια απόφαση.»
Ο Οδυσσέας έτριψε το μουστάκι του.
«Εγώ θα την πάρω αυτή;» ρώτησε.
Η Ελίνα ξανατράβηξε την κουρτίνα της.
«Εσύ δεν είσαι ο πολυμήχανος καπετάνιος μας;» του αντιγύρισε ναζιάρικα την ερώτηση.
Παρ’ όλα αυτά το διαισθανόταν πως η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει. Κι ο Οδυσσέας ακούστηκε αναπάντεχα στομφώδης όταν είπε:
«Δεν ξέρω εσείς τι λόγο έχετε σ’ αυτήν την ιστορία, όμως ο δικός μου ίσως είναι ζωής και θανάτου. Δεν μπορώ να κάνω πίσω αν δεν σιγουρευτώ.»
Η Ελίνα καθυστέρησε λίγο, αιφνιδιασμένη.
«Η κοπέλα που έλεγες;» είπε τελικά.
«Είπα πως πρόκειται για κοπέλα;»
«Εγώ έτσι κατάλαβα.» Και βλέποντας πως ο άλλος δεν σκοπεύει να συνεχίσει: «Πιστεύεις ότι έχει πράγματι σχέση με τις οδηγίες αυτού του τρελού;»
«Δεν ξέρω τι πιστεύω», είπε απρόθυμα ο Οδυσσέας, «δεν έχω ιδέα… Ίσως -κατά βάθος- ελπίζω να την ξαναδώ… Ίσως πάλι…»
Σταμάτησε. Η Ελίνα είχε γείρει μπροστά και τον κοιτούσε αμίλητη.
«Ίσως, απλώς, να απολαμβάνω το ταξίδι. Νιώθω πως της χρωστάω ένα ταξίδι.»
«Την αγαπούσες πολύ;»
«Περισσότερο από κάθε τι.»

Τα μάτια του Οδυσσέα είχαν μικρύνει, δυο μικρές σκιές στο δυνατό καλοκαιρινό φως. Η Ελίνα μπροστά του, στην άκρη της τέντας με τον ήλιο που χαμήλωνε πίσω απ’ το κεφάλι της, φορούσε ένα στεφάνι από νοσταλγία και φως. Δυο παιδιά που περνούσαν τσακώνονταν για το ποδόσφαιρο, ένα κορίτσι γύρω στα δεκάξι χαμογελούσε μ’ ένα κινητό στο χέρι.

«Ήταν η Χρυσάνθη, έτσι;» Η φωνή της Ελίνας ακούστηκε μαλακή και απόμακρη. «Γι αυτό δεν μίλησες μπροστά στον Άρη.»
«Ήταν, ναι. Η Χρυσάνθη.»
«Και παντρεύτηκε τον Παναγιώτη…» Δίστασε. «Ήσασταν φίλοι με τον Παναγιώτη; Εννοώ… πραγματικοί φίλοι;»
Η Ελίνα έπιασε το χέρι του Οδυσσέα. Φαινόταν τεράστιο μέσα στο δικό της. «Αν δεν θέλεις να μου πεις, το καταλαβαίνω. Δεν έπρεπε να τα ρωτάω αυτά…»

Ο Οδυσσέας πήρε βαθιά ανάσα. Με τα πυκνά, σκούρα καστανά μαλλιά του που ξάνοιγαν ήδη στο γκρίζο, το μουστάκι και την κασετίνα με τα άφιλτρα, θύμιζε αριστερό συγγραφέα ή σκηνοθέτη της δεκαετίας του ’70. Είχε αφαιρεθεί να κοιτάζει το παιχνίδι του φωτός στα μαλλιά της Ελίνας. Ταξιδεύοντας. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι ν’ αποφασίσει να μιλήσει. Ύστερα, τράβηξε απαλά το χέρι του κι έπιασε τα τσιγάρα. Πήρε ένα κι απόμεινε να το κοιτάζει με απορία. Όταν τελικά μίλησε, η φωνή του είχε μια παράξενη ηρεμία.
«Στην ψυχολογία αυτό ονομάζεται καθήλωση. Συνήθως δυσκολεύομαι να το παραδεχτώ, υπάρχουν ωστόσο στιγμές που εγκαταλείπομαι – αυτή, νομίζω, είναι η σωστή λέξη- που βυθίζομαι στο παρελθόν με μια ηδονική εγκατάλειψη.»
Στράφηκε στο Φώτη.
«Είναι παράξενος ο τρόπος που αγκιστρώνεται κανείς σε πράγματα ή σε συνήθειες. Σε ιδέες. Ετεροπροσδιορισμός… Εσύ έκοψες το τσιγάρο –εγώ το ξεκίνησα. Αγκιστρώθηκα στη μελέτη, στον ακτιβισμό, στη διδασκαλία. Ο Παναγιώτης…», ξαναγύρισε στην Ελίνα, «ο Παναγιώτης, ναι, ήταν φίλος μου, όσο κι αν το αμφισβήτησα αργότερα… κι εγώ, έτσι αθόρυβα, τον έβγαλα απ’ τη ζωή μου. Όπως κι εκείνη. Κομμάτι-κομμάτι συνέθεσα αυτό που θα ήμουν, αυτό που τελικά θα γινόμουν… Απ’ αυτήν την άποψη…» Σταμάτησε.
«Απ’ αυτήν την άποψη…;» τον παρακίνησε η Ελίνα.
«Απ’ αυτήν την άποψη», συνέχισε χαμογελώντας, «ένα όνειρο που εκφράζει την επιθυμία της απόδρασης, ένα όνειρο που μεταβιβάζει την ανάγκη της σωτηρίας από το δικό μου το πρόσωπο στο δικό της, ένα τέτοιο όνειρο θα ήταν τουλάχιστον, οφείλω να ομολογήσω, συνεπές…» Και, σηκώνοντας θεατρικά τα χέρια, ξαναείπε: «Απολύτως συνεπές.»

Στο πρόσωπο του Φώτη απλώθηκε μια ξαφνική ευφορία πριν καταλήξει σ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο.
«Κάτι αντίστοιχο», είπε, «θα μπορούσε ωραιότατα να συμβαίνει και μ’ εμένα. Μόνο που, στην περίπτωσή μου, δεν θα επρόκειτο για απόδραση από κάτι, αλλά για το ακριβώς αντίθετο.»
Σταμάτησε, λες και, στην περίπτωσή του, αυτό ήταν το περισσότερο που μπορούσε να ειπωθεί.
«Πολύ μυστηριώδης δήλωση, καλέ μου Φώτη», είπε η Ελίνα, «κι εμένα τα μυστήρια, ξέρεις, με τρελαίνουν. Είναι να μην μου κάνεις την αρχή, να μη με βάλεις στο τριπάκι… Μετά δεν μπορώ να ησυχάσω.»
Ο Φώτης στριφογύρισε αμήχανα –κοίταξε τα πόδια του, τον ουρανό της τέντας, ύστερα ξανά τα πόδια του. Στο τέλος
«Δεν ξέρω, δεν μπορώ αυτή τη στιγμή», είπε. «Ίσως αργότερα… όταν θα έχουμε γνωριστεί καλύτερα.»
«Καλά, εντάξει», είπε μουτρωμένα η Ελίνα. «Δεν έγινε τίποτα. Εγώ μονάχα που θα τσουρουφλίζομαι, δεν πειράζει, μη νιώθεις ένοχος.»
Ο Φώτης την κοίταξε με δυσπιστία. Ύστερα γύρισε στον Οδυσσέα. Συλλογισμένος εκείνος, σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Σειρά σου τώρα, δεν γλιτώνεις, σα να έλεγε.
«Κοίταξε», είπε στο τέλος, «ήταν να παντρευτούμε, εντάξει; Κι ύστερα… Έφυγε δυο μέρες πριν, χωρίς εξήγηση. Έτσι τουλάχιστον έλεγα, έτσι ήθελα να πιστεύω. Το απέφευγα. Τώρα όμως θέλω να καταλάβω…»
«Και το ταξίδι…», ξεκίνησε η Ελίνα –ύστερα τα μάτια της άστραψαν. «Το μήνυμα που πήρες…, το μήνυμα απ’ αυτόν το μαλάκα, αν ήταν απ’ αυτόν… Είχε σχέση μ’ αυτό που λες, έτσι; Ό,τι ήταν αυτό, τέλος πάντων…»
«Μμμ, ναι, μάλλον. Νομίζω πως…»

Ό,τι κι αν νόμιζε, έγινε παρελθόν.
«Γαμώτο», είπε η Ελίνα, ξαφνιασμένη κι αυτή απ’ το χαρακτηριστικό βόμβο της δόνησης. Ακολούθησε το σόλο ενός βιολιού καθώς εκείνη κοιτούσε την οθόνη του κινητού της.
«Έλα, Αλεξάνδρα» είπε ενώ σηκωνόταν απ’ την καρέκλα. «Δεν σ’ ακούω καθαρά, τι είπες; …κάνει διακοπές… ναι; ναι, τώρα σ’ ακούω, πες μου… τι λες; …Αλεξάνδρα;»
Ξανακάθισε απογοητευμένη δοκιμάζοντας να καλέσει εκείνη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
«Ίσως πρέπει να κατεβούμε στο λιμάνι», είπε τελικά. «Φαίνεται πως ο Άρης κάτι βρήκε.»

τέλος 8ου κεφαλαίου

(*) Βλαδ. Μαγιακόφσκι, στων σπονδύλων τον αυλό, μτφρ Οδ.Ελύτης

λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Δημοσιεύθηκε σε τρελού διάλογοι στις 31 Μαρτίου, 2009 από trelos

Πού πας μικρή μου;
Ω!
Σε τρόμαξα; Με συγχωρείς. Τι κουκλί ειν’ αυτό!
Δεν με τρομάξατε κύριε Λύκε.. Με ξαφνιάσατε μόνο.
Τι κάνεις εδώ μόνη σου στο δάσος; Δεν θα έπρεπε να είσαι στο σχολείο;
Εε.. δεν έχουμε σχολείο και η μαμά μου με στέλνει να..ουπς!
Τι έπαθες;
Τίποτα! Δηλαδή, ωχ, μού ‘ρθε φτέρνισμα.. Κρατώ λίγο τη μύτη και θα μου περάσει.
Μπα; Τη μύτη;
Ναι, είναι αλλεργικό, απ’ την άνοιξη.
Και ήρθες μέσα στο δάσος;
Είπα να μαζέψω λίγα λουλούδια, να, εδώ στο ξέφωτο.. Για την καημένη τη γιαγιά μου.
Γιατί καημένη;
Είναι λίγο άρρωστη.. α, τι ωραίες μαργαρίτες!
Αμάν!
Τι έγινε;
Τίποτα.. θα σκύψει κι άλλο; Και.. πώς σε λένε μικρή μου;
Ερασμία.
Ερασμία; Τι όνομα ειν΄αυτό; Έτσι σε φωνάζουν;
Ε, ναι, έτσι. Η μάνα μου, μερικές φορές, με φωνάζει και σκουφίτσα. Νομίζει πως είμαι ακόμα μωρό.
Και τι μωρό!
Τι είπατε;
Λέω πως είσαι πολύ χαριτωμένη, φτου σου!
Ευχαριστώ! Νομίζω πως μάζεψα αρκετές.

Τι κοιτάτε; Τη μύτη μου; Έχει πρηστεί λίγο απ’ την αλλεργία. Ωχ, πρέπει να φύγω, η γιαγιά μου θα περιμένει..
Καλέ, τι λίγο, αυτή έχει γίνει τούμπανο. Σαν και την άλλη ..που, ευτυχώς, δεν φαίνεται..
Δεν είναι τίποτα, πάντα ξεφουσκώνει μετά. Εσείς πού πάτε από δω;
Εε.. ανησυχώ για σένα παιδί μου. Να σε συνοδέψω μέχρι παρακάτω.
Είστε πολύ καλός, όμως δε χρειάζεται. Να, βλέπετε εκεί στην άκρη του δάσους; Αυτό είναι το σπίτι της γιαγιάς μου. Πάω γιατί με περιμένει.
Σκουφίτσα!
Τι;
Η μύτη σου.. Μεγάλωσε κι άλλο.
Ωχ! γαμώτο..
Πώς θα σε δει η γιαγιά σου έτσι, θα τρομάξει! Περίμενε.. σκουφίτσα, πού πας, γιατί τρέχεις;


Τι παράξενο κορίτσι, άφησε και την πόρτα ανοικτή.. Σκουφίτσα, ε σκουφίτσα!
Σσστ, καλέ, τι φωνάζεις; Έλα μέσα.
Η γιαγιά σου;
Ποια γιαγιά μου; Είναι ανήμπορη και μένει σπίτι μας, στην πόλη. Εδώ δίνω ραντεβού με το φίλο μου.
Το ..φίλο σου; Τόσο μικρή;
Μικρό ειν’ το μάτι σου. Δηλαδή.. όχι και τόσο μικρό, έτσι που με κοιτάζεις..
Μου έλεγες ψέματα!
Και λοιπόν; Έπαθες τίποτα; Εγώ την πλήρωσα. Δες τη μύτη μου! Πώς θα με δει ο άλλος έτσι;
Ε, βέβαια.. Τι κάνεις τώρα;
Κόβω τις φλέβες μου.. δεν βλέπεις τι κάνω; Του στέλνω πως είμαι άρρωστη να μην έρθει.
Α.. σωστά. Πώς δεν το σκέφτηκα;
Μην ειρωνεύεσαι. Ευτυχώς που η μύτη μου δεν μεγαλώνει όταν γράφω ψέματα.
Δηλαδή, θα μπορούσε να μεγαλώσει κι άλλο;
Φυσικά! Μια φορά είχε γίνει σα μελιτζάνα, πού να βγω απ’ το σπίτι!
Καημενούλα..
Μπα, μου άξιζε. Είπα της μάνας μου ότι πήγα με δυο μαύρους, για να φρικάρει. Με είχε κλειδώσει απέξω
Πήγες; Τι εννοείς πήγες; Να..
Ν’ αγοράσω σιντί. Μην κάνεις το βλάκα. Να σου πω.. Δεν θα φύγεις, έτσι;
Ε..
Ωραία, γιατί αγριεύομαι μόνη μου και θέλω να κάνω ένα μπάνιο. Χαλαρώνει και πέφτει, η μύτη εννοώ.. Μη φύγεις ε, είμαι πολύ φοβιτσιάρα.. Αφήνω και την πόρτα του μπάνιου μισάνοιχτη.
Την.. ω, θεέ μου..

Τι λέει πάλι, δεν ακούω. Σ’ εμένα μιλάς, σκουφίτσα;

Πού ν’ ακούσω με το νερό που τρέχει.. Περίμενε, έρχομαι ..και μη εισενέγκεις ημάς..

kokkinocchioskoufitsa

..χαίρεσαι; ..που γνωριστήκαμε;
τι γλυκό κωλαρ..κοριτσάκι!
Κι εγώ, μάτια μου χαίρομαι.. τι λες; Τι δεν έχεις ακόμα;


..φάει;


Δεν έχει φάει με λύκο;